Καταγγελία Σύμβασης Εργασίας
Ηλεκτρονική αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού
Εάν ο εργαζόμενος απουσιάζει αδικαιολόγητα από την εργασία του για διάστημα μεγαλύτερο των πέντε (5) συναπτών εργάσιμων ημερών, ο εργοδότης θα μπορέσει να αναγγείλει την οικειοθελή αποχώρηση του εργαζόμενου, εκλαμβάνοντας την απουσία του ως παραίτηση, υπό τις εξής προϋποθέσεις: (α) να γνωστοποιήσει στον εργαζόμενο γραπτή όχληση για την αυθαίρετη απουσία του, β) να παρέλθει επιπλέον χρονικό διάστημα πέντε (5) συναπτών εργάσιμων ημερών από την άνω όχλησή του από τον εργοδότη του Εφόσον πληρούνται οι παραπάνω προϋποθέσεις, ο εργοδότης υποχρεούται, την επομένη εργάσιμη ημέρα μετά τη λήξη του πενθημέρου, να αναγγείλει την οικειοθελή αποχώρηση, αναρτώντας στο Π.Σ. ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ το έντυπο της αναγγελίας, χωρίς να απαιτείται η υπογραφή του εργαζόμενου, καθώς και την γραπτή όχληση προς τον εργαζόμενο.
Αν ο εργοδότης δεν τηρήσει εμπρόθεσμα τις υποχρεώσεις αναγγελίας οικειοθελούς αποχώρησης, συμπεριλαμβανομένης της υποβολής των συνοδευτικών εγγράφων αυτής, η σύμβαση εργασίας θεωρείται ότι λύθηκε με άτακτη καταγγελία του εργοδότη.
Προϋποθέσεις έγκυρης έκτακτης καταγγελίας:
Ο εργοδότης υποχρεούται να αναγγέλλει, με ηλεκτρονική υποβολή του σχετικού εντύπου, στο ΠΣ ΕΡΓΑΝΗ την καταγγελία της σύμβασης εργασίας εντός 4 εργασίμων ημερών από την ημέρα της καταγγελίας (άρθρο 38 Ν. 4488/2017, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 23 του Ν. 5053/2023). Η παράλειψη της τελευταίας αυτής υποχρέωσης του εργοδότη δεν καθιστά την καταγγελία άκυρη, αλλά επιφέρει διοικητικές και ποινικές κυρώσεις για τον εργοδότη.
Για να θεωρηθεί έγκυρη η απόλυση δεν αρκεί η απλή προσφορά της αποζημίωσης, αλλά απαιτείται και να καταβληθεί αυτή πραγματικά και με τον προσήκοντα τρόπο στον απολυόμενο εργαζόμενο και συγκεκριμένα να καταβληθεί στον τραπεζικό λογαριασμό μισθοδοσίας του (Ν. 3611/2019 Απόφαση 26034/695/2019). Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η απόλυση είναι άκυρη, όχι μόνο όταν δεν καταβληθεί η οριζόμενη από το Ν. 2112/1920 ή το Β.Δ. 16/1920 αποζημίωση, αλλά επίσης, και όταν δεν καταβληθεί η πέρα απ? αυτή πρόσθετη χρηματική αποζημίωση που τυχόν έχει οριστεί με την ατομική σύμβαση εργασίας.
Παράλληλα, με την αποζημίωση απόλυσης, ο απολυόμενος εργαζόμενος δικαιούται να λάβει αποδοχές άδειας και επίδομα αδείας, όπως ορίζει ο νόμος.
Αν ο εργαζόμενος υπογράψει το έγγραφο της καταγγελίας και λάβει την αποζημίωση μπορεί να προσβάλλει την απόλυσή του;
Αν ο εργαζόμενος αρνηθεί να υπογράψει την παραλαβή του εγγράφου της απόλυσης, τότε αυτή κοινοποιείται μέσω δικαστικού επιμελητή, ενώ η αποζημίωση κατατίθεται υποχρεωτικά στον τραπεζικό λογαριασμό μισθοδοσίας του, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3611/2019. Αν ο εργαζόμενος παραλάβει το έγγραφο της καταγγελίας ή την αποζημίωση και προσθέσει πριν την υπογραφή του την φράση" με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματός μου", τότε δεν χάνει το δικαίωμα να προσβάλει το κύρος της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του. Είναι, ωστόσο, σκόπιμο να αποφύγει ο εργαζόμενος να υπογράψει έγγραφο στο οποίο περιέχονται ρήτρες παραίτησης από το δικαίωμά του, π.χ. να προσβάλει το κύρος της καταγγελίας ή ότι αποδέχεται την απόλυσή του κ.ά.
Προϋποθέσεις έγκυρης τακτικής καταγγελίας:
Η σύνταξη εγγράφου που κοινοποιείται στον εργαζόμενο, με το οποίο του ανακοινώνεται ότι η σύμβαση εργασίας του θα λυθεί μετά την πάροδο της προθεσμίας προειδοποίησης. Η προφορική καταγγελία είναι άκυρη. Το έγγραφο προειδοποίησης υποχρεούται να το αναγγείλει στο ΠΣ ΕΡΓΑΝΗ εντός προθεσμίας 4 εργασίμων ημερών (άρθρο 38 Ν. 4488/2017, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 23 του Ν. 5053/2023). Η τετραήμερη προθεσμία αρχίζει από την επομένη της ημέρας της παράδοσης στον εργαζόμενο του σχετικού εγγράφου. Κατά τη λήξη του χρόνου προειδοποίησης δεν προβλέπεται η υποχρέωση του εργοδότη για νέα αναγγελία της καταγγελίας στο ΠΣ ΕΡΓΑΝΗ.
Παράνομη και καταχρηστική απόλυση
Η καταγγελία της σχέσεως εργασίας είναι αναιτιώδης δικαιοπραξία, το κύρος της δηλαδή δεν εξαρτάται από την ύπαρξη νομίμου αιτίας. Το δικαίωμα, όμως, του εργοδότη δεν είναι ανεξέλεγκτο, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 περί κατάχρησης δικαιώματος. Συγκεκριμένα, έχει κριθεί ασκείται καταχρηστικά το δικαίωμα του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας, όταν η άσκηση αυτού υπερβαίνει τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος.
Τα δικαστήρια έχουν κρίνει ως καταχρηστικές και συνεπώς άκυρες απολύσεις που γίνονται από εκδίκηση ή λόγω προσωπικών λόγων του εργοδότη ή λόγω συνδικαλιστικής δράσεως του μισθωτού, αλλά και λόγω επιλογής της καταγγελίας (επαχθεστέρου μέτρου) αντί άλλου ηπιότερου μέτρου. Γενικά καταχρηστική είναι κάθε απόλυση που δεν δικαιολογείται από το καλώς εννοούμενο συμφέρον του εργοδότη ή από άλλες αντισυμβατικές ενέργειες του εργαζόμενου, από τις οποίες επηρεάζεται ο κανονικός ρυθμός της εργασίας.
Με τη θέσπιση του Ν. 4808/2021 ελήφθησαν υπόψη τα πορίσματα της διαμορφωθείσας νομολογίας και καθορίστηκαν οι περιπτώσεις όπου η καταγγελία της σύμβασης εργασίας συνεπάγεται οπωσδήποτε την ακυρότητα.
Στο άρθρο 66 παρ. 1, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 του Ν. 5053/2023, προβλέπονται τρεις κατηγορίες λόγων ακυρότητας:
(α) η καταγγελία που οφείλεται σε δυσμενή διάκριση σε βάρος του εργαζομένου ή εκδικητικότητα λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, πολιτικών φρονημάτων, θρησκευτικών ή φιλοσοφικών πεποιθήσεων, γενεαλογικών καταβολών, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενετήσιου ή σεξουαλικού προσανατολισμού, ηλικίας, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου, αναπηρίας, ή συμμετοχής ή μη σε συνδικαλιστική οργάνωση (άρθρο 66 παρ. 1 α?) .
(β) η καταγγελία που γίνεται ως αντίδραση σε ενάσκηση νομίμου δικαιώματος του εργαζομένου (άρθρο 66 παρ. 1 β?). Με τη ρύθμιση αυτή ταυτοποιείται ως λόγος ακυρότητας η εργοδοτική συμπεριφορά που παγίως αναγνωριζόταν νομολογιακώς ότι αποτελούσε κατάχρηση δικαιώματος κατά το άρθρο 281 ΑΚ.
(γ) η καταγγελία που αντίκειται σε άλλη ειδική διάταξη νόμου (άρθρο 66 παρ. 1 γ?). Στην κατηγορία αυτή υπάγονται περιπτώσεις που είτε προβλέπονταν ήδη από τη νομοθεσία, είτε προβλέφθηκαν το πρώτον με τον Ν. 4808/2021 σε άλλα άρθρα του, ως λόγοι ακυρότητας της απόλυσης. Αξιόλογη προσθήκη αποτελούν οι νέοι λόγοι ακυρότητας που προβλέφθηκαν με τον Ν. 4808/2021, όπως η απόλυση που αποτελεί αντίδραση στην άσκηση των δικαιωμάτων σε περίπτωση βίας και παρενόχλησης ή λήψης οικογενειακών αδειών ή του πατέρα νεογεννηθέντος τέκνου κλπ.
Επί της ουσίας το άρθρο 66 παρ. 1 του Ν. 4808/2021 κωδικοποιεί μία δέσμη, λίγο πολύ γνωστών μέχρι σήμερα, λόγων ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, οι οποίοι προβλέπονταν από την ήδη ισχύουσα νομοθεσία για την καταπολέμηση των διακρίσεων ή το άρθρο 281 ΑΚ ή από διάφορες ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις που έχουν θεσπίσει αυτοτελείς λόγους ακυρότητας της καταγγελίας. Τονίζεται ότι το γεγονός ότι απαριθμούνται στο εν λόγω άρθρο οι λόγοι καταγγελίας, δεν σημαίνει ότι άλλες παραβιάσεις, που γίνονται στο πλαίσιο του άρθρου 281 ΑΚ, δεν συνεπάγονται την ακυρότητα της καταγγελίας.
Ο νόμος διευκολύνει τον εργαζόμενο να πετύχει την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας βάσει των ανωτέρω λόγων με τη πρόβλεψη της § 2 του άρθρου 66 Ν. 4808/2021, σύμφωνα με την οποία, εάν κατ? αρχήν αποδειχθούν πραγματικά περιστατικά που δημιουργούν την πιθανολόγηση ότι η απόλυση αφορά στους απαγορευμένους λόγους, τότε ο εργοδότης φέρει το βάρος να ανατρέψει αυτό το τεκμήριο. Με άλλα λόγια, ο εργαζόμενος φέρει το βάρος της επίκλησης και της πιθανολόγησης των μη επιτρεπομένων λόγων της καταγγελίας. Εφόσον το πράξει, ο εργοδότης φέρει πλέον το βάρος της απόδειξης ότι η απόλυση βασίστηκε σε άλλον, επιτρεπτό λόγο.
Οι βασικότερες περιπτώσεις ακυρότητας της καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, βάσει του νόμου, είναι οι ακόλουθες:
α. Μη καταβολή της αποζημίωσης μαζί με έγγραφο της απόλυσης: Σε περίπτωση παράλειψης καταβολής αποζημίωσης έστω και μίας (1) δόσης επέρχεται ακυρότητα της απόλυσης.
β. Όταν οφείλεται σε δυσμενή διάκριση σε βάρος του εργαζομένου ή εκδικητικότητα λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, πολιτικών φρονημάτων, θρησκευτικών ή φιλοσοφικών πεποιθήσεων, γενεαλογικών καταβολών, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενετήσιου ή σεξουαλικού προσανατολισμού, ηλικίας, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου, αναπηρίας, ή συμμετοχής ή μη σε συνδικαλιστική οργάνωση
γ. Όταν γίνεται ως αντίδραση σε ενάσκηση νομίμου δικαιώματος του εργαζόμενου (πρόκειται για κατηγορία της καταχρηστικής καταγγελίας, η οποία προσιδιάζει και στην καταγγελία με έντονα επιλήψιμο υποκειμενικό κριτήριο, που χαρακτηρίζεται και ως κακόβουλη ή εκδικητική καταγγελία.
δ. Όταν αντίκειται σε άλλη ειδική διάταξη νόμου ή είναι αντίθετη με απαγορευτικές διατάξεις.
Ειδικότερα είναι άκυρη η απόλυση:
- που οφείλεται σε διάκριση για έναν από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 1 του ν. 4443/2016 ως αντίμετρο σε καταγγελία ή αίτημα παροχής έννομης προστασίας, για τη διασφάλιση τήρησης της αρχής της ίσης μεταχείρισης, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 4443/2016,
- που οφείλεται στην άσκηση εκ μέρους του εργαζομένου των δικαιωμάτων του σε περίπτωση βίας και παρενόχλησης (π.χ. ως αντίποινα), σύμφωνα με το άρθρο 13 του Ν. 4808/2021,
- των εγκύων και τεκουσών γυναικών, όπως και του πατέρα του νεογεννηθέντος τέκνου για το χρονικό διάστημα που ορίζεται στο άρθρο 15 του ν. 1483/1984, εκτός εάν συντρέχει σπουδαίος λόγος.
Συγκεκριμένα, απαγορεύεται και είναι άκυρη η απόλυση των εγκύων και τεκουσών γυναικών, για χρονικό διάστημα δεκαοκτώ (18) μηνών μετά τον τοκετό ή κατά την απουσία τους για μεγαλύτερο χρόνο, λόγω ασθένειας που οφείλεται στην κύρη ή τον τοκετό, εκτός εάν υπάρχει σπουδαίος λόγος για την καταγγελία. Η προστασία από την καταγγελία της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ισχύει τόσο έναντι του εργοδότη, στον οποίο η τεκούσα προσλαμβάνεται, χωρίς να έχει προηγουμένως απασχοληθεί αλλού, πριν συμπληρώσει δεκαοκτώ (18) μήνες από τον τοκετό ή το μεγαλύτερο χρόνο που προβλέπεται στην παρούσα, όσο και έναντι του νέου εργοδότη, στον οποίο η τεκούσα προσλαμβάνεται και μέχρι τη συμπλήρωση των ανωτέρω χρόνων. Ως σπουδαίος λόγος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ενδεχόμενη μείωση της απόδοσης στην εργασία της εγκύου που οφείλεται στην εγκυμοσύνη.
Η καταγγελία της εργαζόμενης που προστατεύεται βάσει της άνω διάταξης επιτρέπεται μόνο για σπουδαίο λόγο, ανεξάρτητα από την απόδοσή της εξαιτίας της εγκυμοσύνης, η δε καταγγελία αυτή θα πρέπει να γνωστοποιείται εγγράφως στην εργαζόμενη, με ρητή αναφορά του σπουδαίου λόγου και αντίγραφο αυτής θα πρέπει να κοινοποιείται στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας.
Αντίστοιχη προστασία προβλέφθηκε και για τον πατέρα εργαζόμενο, δυνάμει του άρθρου 48 του Ν. 4808/2021, σύμφωνα με το οποίο η καταγγελία της σύμβασης ή σχέσης εργασίας εργαζόμενου πατέρα από τον εργοδότη για χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών από τον τοκετό απαγορεύεται και είναι απόλυτα άκυρη, εκτός αν υπάρχει σπουδαίος λόγος για καταγγελία.
- που εκδηλώνεται ως αντίδραση σε αίτημα ή τη λήψη οποιασδήποτε άδειας που προβλέπεται στο Ν. 4808/2021 σύμφωνα με τα άρθρα 47 και 48 ή ευέλικτης ρύθμισης για λόγους φροντίδας του τέκνου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 13 του άνω νόμου,
- που γίνεται κατά τη διάρκεια της άδειας αναψυχής, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 5 του α.ν. 539/1945,
- των πολύτεκνων, αναπήρων και εν γένει προστατευόμενων προσώπων, που έχουν τοποθετηθεί σύμφωνα με τους Ν. 2643/1998 και 1648/1986, όταν δεν έχουν τηρηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 του Ν. 2643/1998.
Οι εργαζόμενοι που έχουν τοποθετηθεί αναγκαστικά με τις διατάξεις των άνω νόμων προστατεύονται από την απόλυση και δεν επιτρέπεται να απολυθούν χωρίς απόφαση της αρμόδιας Επιτροπής.
- των στρατευμένων, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 3514/1928,
Απαγορεύεται ότι είναι άκυρη η απόλυση που γίνεται κατά τη διάρκεια της στράτευσης των μισθωτών. Συγκεκριμένα, η στράτευση δεν αποτελεί λόγο λύσης σύμβασης εργασίας. Υπάρχουν προστατευτικές διατάξεις γι' αυτούς που στρατεύονται ή αποστρατεύονται και δεν επιτρέπεται να απολυθούν, ακόμα και για ένα χρόνο μετά την αποστράτευσή τους. Η κύρωση για το μη σεβασμό των διατάξεων, είναι η ειδική πρόσθετη αποζημίωση, ίση με μισθούς 6 μηνών επιπλέον της αποζημίωσης για την απόλυση.
- που γίνεται κατά παράβαση της νομοθεσίας περί ομαδικών απολύσεων, σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν. 1387/1983 (Α? 110),
- των συνδικαλιστικών στελεχών:
Κατά το χρονικό διάστημα και στην έκταση που ορίζεται από το άρθρο 14 του Ν. 1264/1982, απαγορεύεται η απόλυση των συνδικαλιστικών στελεχών, όπως ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν. 1264/1982, δηλαδή των μελών της διοίκησης και των μελών της προσωρινής διοίκησης των συνδικαλιστικών οργανώσεων, καθώς και των πρώτων 21 ιδρυτικών μελών της πρώτης υπό σύσταση συνδικαλιστικής οργάνωσης. Προστατεύονται και τα μέλη των συμβουλίων εργαζομένων, σύμφωνα με το άρθρο 9 του ν. 1767/1988, όπως και τα μέλη της ειδικής διαπραγματευτικής ομάδας, του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων και των εκπροσώπων των εργαζομένων, που ασκούν τα καθήκοντά τους στο πλαίσιο της διαδικασίας για την ενημέρωση και τη διαβούλευση της παρ. 3 του άρθρου 56 του ν. 4052/2012, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 64 του ν. 4052/2012. Η καταγγελία της σχέσης εργασίας των προσώπων αυτών επιτρέπεται υπό τους όρους του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 1483/1984, δηλαδή μόνο με τη συνδρομή σπουδαίου λόγου.
- που οφείλεται σε νόμιμη συνδικαλιστική δράση του εργαζομένου, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 14 του ν. 1264/1982,
- που αποδίδεται στη μη αποδοχή από τον εργαζόμενο πρότασης του εργοδότη για μερική απασχόληση ή εκ περιτροπής εργασία, σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 38 του ν. 1892/1990.
- που αφορά εργαζομένους που αρνούνται τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας, που έχει μεν συμφωνηθεί συλλογικά, αλλά η άρνησή τους δεν είναι αντίθετη με την καλή πίστη, σύμφωνα με την περ. β? της παρ. 1 και την περ. β? της παρ. 2 του άρθρου 41 του ν. 1892/1990, καθώς και των εργαζομένων που δεν συναίνεσαν σε διευθέτηση, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 41 του ν. 1892/1990, όπως ισχύει με την τροποποίηση του από το άρθρο 59 του ν. 4808/2021, αν και τους ζητήθηκε από τον εργοδότη,
- των εργαζομένων που ασκούν το δικαίωμα αποσύνδεσης της παρ. 9 του άρθρου 5 του ν. 3846/2010 (Α? 66)
- των εξαρτημένων ατόμων. Δεν επιτρέπεται η απόλυση εξαρτημένου ατόμου εξαιτίας της εξάρτησης, εφόσον αποδεδειγμένα μετέχει σε πρόγραμμα απεξάρτησης και για 4 μήνες από την υπαγωγή του στο πρόγραμμα αυτό και για μία φορά (άρθρο 10 της από 24.02.2002 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.).
Η θεραπεία της ακυρότητας της καταγγελίας:
Με το άρθρο 66 παρ. 3 του Ν. 4808/2021, παρέχεται η δυνατότητα στον εργοδότη και τον εργαζόμενο, όταν η καταγγελία δεν πάσχει από κάποιον από τους σοβαρούς λόγους ακυρότητας της παρ. 1 (διακρίσεις, διεκδίκηση νομίμων δικαιωμάτων, παραβίαση νόμου), αλλά για κάποιον άλλο λόγο, αντί όποιας άλλης έννομης συνέπειας, να ζητήσουν την επιδίκαση πρόσθετης αποζημίωσης, το ποσό της οποίας δεν μπορεί να είναι κατώτερο των τριών μισθών και ανώτερο του διπλάσιου της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης. Στη διάταξη αυτή περιλαμβάνονται περιπτώσεις απολύσεων, οι οποίες είναι συνυφασμένες με οικονομοτεχνικούς λόγους ή που γίνονται κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ (π.χ. μη εξάντληση του ηπιότερου μέτρου ) ή κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας κατά την απόλυση εργαζομένου κλπ.
Ειδικότερα πρόκειται για επικουρική έννομη συνέπεια της ακυρότητας της απόλυσης σε σχέση με την κύρια, που παραμένει η καταβολή αποδοχών υπερημερίας και η επαναπασχόληση του μισθωτού. Η επέλευση, δηλαδή, των συνεπειών της άκυρης απόλυσης (καταβολή αποδοχών υπερημερίας ? αξίωση για πραγματική απασχόληση), αφορά καταρχήν και τις περιπτώσεις που δεν εμπίπτουν στην παρ. 1, ωστόσο με την παρούσα διάταξη δίνεται η ευχέρεια στον εργοδότη και στον εργαζόμενο, κατόπιν προτάσεώς τους σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης, σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό, αυτές οι έννομες συνέπειες της υπερημερίας και της επαναπασχόλησης να αντικατασταθούν από πρόσθετη αποζημίωση.
Η υποβολή του αιτήματος είναι δεσμευτική για τον δικαστή και δεν εναπόκειται στη διακριτική του ευχέρεια να το δεχθεί ή όχι. Στη διακριτική του ευχέρεια εναπόκειται ο καθορισμός του ύψους της πρόσθετης αυτής αποζημίωσης εντός του εύρους, που προβλέπει η διάταξη, λαμβάνοντας υπόψιν την ένταση του πταίσματος του εργοδότη και την περιουσιακή και οικονομική κατάσταση των διαδίκων. Το ποσό που θα επιδικαστεί συναρτάται με τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης και, επομένως, δεν μπορεί να επιδικασθεί ποσό μεγαλύτερο του διπλάσιου αυτής, ακόμα και εάν η καταβληθείσα κατά την απόλυση στον μισθωτό αποζημίωση είναι υψηλότερη από τη νόμιμη λόγω ύπαρξης σχετικής ατομικής ή συλλογικής συμφωνίας. Ή, αντιστρόφως, στις περιπτώσεις που δεν οφείλεται αποζημίωση η «πρόσθετη» αποζημίωση δεν μπορεί να υπολείπεται των τακτικών αποδοχών τριών μηνών.
Ενέργειες Εργαζόμενου σε περίπτωση Άκυρης Απόλυσης: Ο εργαζόμενος που απολύεται από την εργασία του με άκυρη καταγγελία μπορεί να προσφύγει στα Δικαστήρια και να ζητήσει να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και να του καταβληθούν οι μισθοί υπερημερίας από τον εργοδότη που δεν αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του. Η σχετική αγωγή πρέπει να γίνει μέσα σε διάστημα 3 μηνών από την κοινοποίηση του εγγράφου της απόλυσης, αλλιώς το δικαίωμα παραγράφεται και η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Αν η ακυρότητα της απόλυσης οφείλεται στη μη κοινοποίηση εγγράφου, η 3μηνη προθεσμία αρχίζει από την ημέρα που ο εργοδότης σταμάτησε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζόμενου. Πάντως, η είσπραξη της αποζημίωσης δεν αποτελεί παραίτηση του εργαζόμενου από το δικαίωμα ακυρότητας της απόλυσης ή της επιδίωξης μεγαλύτερης αποζημίωσης.
Παράλληλα, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει, αντί για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την επέλευση των άνω συνεπειών, πρόσθετη αποζημίωση, το ύψος της οποίας δεν μπορεί να είναι μικρότερο των τακτικών αποδοχών τριών (3) μηνών ούτε μεγαλύτερο του διπλάσιου της κατά νόμο αποζημίωσης, λόγω καταγγελίας κατά τον χρόνο απόλυσης (άρθρο 66 παρ. 4 Ν. 4808/2021). Κατά τον καθορισμό του ποσού της πρόσθετης αποζημίωσης, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του ιδίως, την ένταση του πταίσματος του εργοδότη και την περιουσιακή και οικονομική κατάσταση του εργαζομένου και του εργοδότη.



Επικαιρότητα - 25/05/2026
Ανακοινώσεις - 28/04/2026
Ανακοινώσεις - 08/04/2026
Επικαιρότητα - 08/04/2026
Ανακοινώσεις - 07/04/2026
Επικαιρότητα - 06/04/2026
Επικαιρότητα - 02/04/2026
Επικαιρότητα - 31/03/2026