Γ. Καταβολή επιδόματος ασθενείας από τον οικείο ασφαλιστικό φορέα, με παράλληλη υποχρέωση του εργοδότη για πληρωμή του μισθού

 

Σύμφωνα με το άρθρο 35 του Α.Ν. 1846/1951, όπως τροποποιήθηκε με το Ν.Δ. 2961/1954, ο εργαζόμενος που απουσιάζει από την εργασία του λόγω ασθένειας, δικαιούται και επίδομα ασθενείας από τον ΕΦΚΑ με βάση τις εξής προϋποθέσεις:
(α) να έχει πραγματοποιήσει 120 τουλάχιστον ημέρες εργασίας (ασφάλισης) κατά το αμέσως προηγούμενο της αναγγελίας της ασθένειας ημερολογιακό έτος ή κατά το προηγούμενο της αναγγελίας αυτής δεκαπεντάμηνο, χωρίς όμως στην περίπτωση αυτή να υπολογίζονται οι ημέρες εργασίας του τελευταίου τριμήνου του δεκαπεντάμηνου.
(β) να πιστοποιείται η ανικανότητά του για εργασία λόγω ασθένειας από τον αρμόδιο ιατρό του ΕΦΚΑ.
(γ) η ασθένεια να μην οφείλεται σε πταίσμα του εργαζόμενου.
(δ) η αποχή από την εργασία λόγω ασθένειας να διήρκεσε πέραν των τριών ημερών
(ε) να μη λαμβάνει σύνταξη από τον ΕΦΚΑ.
 
Καταβολή επιδόματος ασθενείας: Το επίδομα ασθενείας καταβάλλεται λόγω της ανικανότητας προς εργασία για όλες τις ημέρες συμπεριλαμβανομένων και των μη εργάσιμων, άσχετα με την ανάγκη παροχής ιατρικής περίθαλψης. Απαραίτητη όμως  προϋπόθεση  είναι  η  αποχή  από  κάθε  εργασία  του  ασφαλισμένου. Πάντως, η τυχόν από τον εργοδότη μερική ή πλήρης καταβολή αποδοχών στον ασφαλισμένο δεν έχει στην προκείμενη περίπτωση καμία σημασία και το επίδομα ασθενείας καταβάλλεται πάντοτε ολόκληρο από τον ΕΦΚΑ.
Οικοδόμοι: Κατ’ εξαίρεση, όταν πρόκειται για οικοδόμους απαιτείται να έχουν πραγματοποιήσει α) 100 ημέρες εργασίας (ασφάλισης) στο προηγούμενο έτος ή δεκαπεντάμηνο και β) 200 ημέρες εργασίας, όλες σε οικοδομικές εργασίες, μέσα στα 2 προηγούμενα έτη ή 30μηνο, χωρίς να υπολογίζονται όμως οι ημέρες που πραγματοποιήθηκαν μέσα στο τελευταίο ημερολογιακό τρίμηνο του 30μηνου. Σε περίπτωση που δεν συντρέχουν και οι δύο αυτές προϋποθέσεις, τότε εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις που αναφέρθηκαν πιο πάνω.
 
Ποσό επιδόματος ασθενείας: Το ποσό του ημερήσιου επιδόματος ασθενείας ανέρχεται στο μισό του τεκμαρτού ημερομισθίου της ασφαλιστικής κλάσης στην οποία κατατάσσεται ο ασφαλισμένος, βάσει του μέσου όρου των αποδοχών του κατά τις τελευταίες 30 ημέρες εργασίας που πραγματοποίησε κατά το προηγούμενο από την αναγγελία της ασθένειάς του ημερολογιακό έτος. Για την εξεύρεση του τεκμαρτού ημερομισθίου δεν συνυπολογίζονται τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας. Το ποσό που βρίσκεται κατά τον πιο πάνω τρόπο αποτελεί το βασικό επίδομα ασθενείας. Αυτό προσαυξάνεται περαιτέρω κατά 10% για κάθε προστατευόμενο μέλος της οικογένειας του ασφαλισμένου, με ανώτατο όριο το 70% του τεκμαρτού ημερομισθίου της ασφαλιστικής κλάσης βάσει της οποίας υπολογίζεται αυτό και με ανώτερο όριο το τεκμαρτό ημερομίσθιο της 8ης ασφαλιστικής κλάσης.
 
Έναρξη επιδόματος ασθενείας – Χρονική διάρκεια καταβολής
 
Το επίδομα ασθενείας καταβάλλεται από την τέταρτη (4η) ημέρα που αναγγέλλεται ηανικανότητα προς εργασία στην υπηρεσία του ΕΦΚΑ. Δηλαδή υπολογίζεται 3ημερος χρόνος αναμονής, ο οποίος, κατά την κρατούσα άποψη, υπολογίζεται μόνο μία φορά κατ’ έτος. Ωστόσο, αν ο ασφαλισμένος αρρωστήσει εκ νέου μέσα στο έτος, απαιτείται για να καταβληθεί το επίδομα από την πρώτη ημέρα που αναγγέλλεται η ασθένεια στον ΕΦΚΑ, να διαρκέσει η ανικανότητά του προς εργασία πάνω από 3 ημέρες. Συνεπώς, διακρίνουμε τις ακόλουθες περιπτώσεις:
 
α) Εάν ο μισθωτός ασθενήσει και απέχει από την εργασία του για διάστημα μέχρι 3 ημέρες, οσεσδήποτε φορές μέσα στο έτος, δεν δικαιούται να λάβει επίδομα ασθένειας. Αλλά ούτε και υπολογίζεται ο χρόνος αυτός σαν χρόνος αναμονής για άλλη περίπτωση ασθένειας και επομένως, αν αρρωστήσει στη συνέχεια μέσα στο αυτό έτος πάνω από 3 ημέρες θα του χορηγηθεί επίδομα ασθένειας από την 4η ημέρα. Ως εκ τούτου ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει κάθε φορά τις αποδοχές ασθένειας 3 ημερών, όχι διαρκώς αλλά μέχρι να συμπληρωθεί ο μήνας ή ο μισός μήνας (κατ έτος) ανάλογα με τον χρόνο υπηρεσίας του μισθωτού (εγκύκλιος ΙΚΑ 68/26.6.1992).
Σύμφωνα με τις διατάξεις του Α.Ν 178/1967 και της εγκυκλίου ΙΚΑ με αριθμό 68/26.6.1992, στις ανωτέρω περιπτώσεις απουσίας για 1-3 ημέρες από την εργασία συνεπεία ασθένειας, για τις οποίες δεν καταβάλλεται επίδομα από τον ΕΦΚΑ, ο εργοδότης έχει υποχρέωση να καταβάλλει μόνο το μισό του ημερομισθίου ή του ανάλογου ημερήσιου μισθού, αδιάφορα αν πρόκειται για πρώτη ή δεύτερη φορά.
 
β) Αντίθετα, αν η ασθένεια διαρκέσει πάνω από 3 ημέρες, π.χ.12 ημέρες, ο μισθωτός δικαιούται να λάβει από τον ΕΦΚΑ επίδομα μόνο για τις 9 ημέρες της ασθένειας του, γιατί αφαιρείται ο 3ήμερος χρόνος αναμονής. Έτσι ο εργοδότης έχει υποχρέωση να καταβάλλει, για μεν τις 3 πρώτες ημέρες το μισό (1/2) μόνο του ημερομισθίου ή του ανάλογου ημερήσιου μισθού, για δε τις υπόλοιπες 9 ημέρες τη διαφορά μεταξύ του ημερομισθίου και του επιδόματος ασθένειας που καταβάλλει το ΙΚΑ. Εάν αρρωστήσει ο μισθωτός οσεσδήποτε φορές μέσα σ' αυτό το ημερολογιακό έτος, επί 4 τουλάχιστον ημέρες σε κάθε περίπτωση, δικαιούται να λάβει επίδομα από τον ΕΦΚΑ για όλες τις ημέρες της ασθένειας, χωρίς να υπολογιστεί χρόνος αναμονής. Αν όμως η ασθένειά του διαρκέσει το πολύ 3 ημέρες (ή λιγότερες), οσεσδήποτε φορές στο αυτό ημερολογιακό έτος, δεν δικαιούται να λάβει επίδομα ασθενείας από το ΙΚΑ και επιβαρύνεται πλέον ο εργοδότης να καταβάλει το 1/2 των ημερομισθίων του, με τις προϋποθέσεις και τα χρονικά όρια των άρθρων 657 -658 του ΑΚ.
 
Κατ’ εξαίρεση όταν πρόκειται για εργατικό ατύχημα ή επαγγελματική ασθένεια, το επίδομα ασθενείας καταβάλλεται από την ημέρα που αναγγέλλεται στον ΕΦΚΑ, δηλαδή χωρίς να υπολογίζεται τριήμερος χρόνος αναμονής, με προϋπόθεση όμως ότι η ανικανότητα προς εργασία είναι μεγαλύτερη από 3 ημέρες. Διαφορετικά, εάν η ανικανότητα προς εργασία είναι μέχρι 3 ημέρες, υπολογίζεται και στην περίπτωση αυτή χρόνος αναμονής, όπως και με την κοινή ασθένεια.
 
Επίδομα ασθενείας αυτοτελώς απασχολούμενων: Κατ’ εξαίρεση, οι ασφαλισμένοι που απασχολούνται αυτοτελώς και όσοι συνεχίζουν προαιρετικά την ασφάλισή τους, δικαιούνται να λάβουν επίδομα ασθενείας, εφόσον η αποχή τους από την εργασία έχει διαρκέσει πάνω από 10 ημέρες. Στην περίπτωση, αυτή το επίδομα καταβάλλεται από την 11η ημέρα που αναγγέλλεται η ασθένεια στον ΕΦΚΑ.
 
Παραίτηση: Θεωρείται άκυρη κάθε συμφωνία με την οποία επέρχεται παραίτηση ή περιορίζονται οι αξιώσεις του μισθωτού από τα ευεγερτήματα των άρθρων 657 και 658 ΑΚ, ανεξαρτήτως του χρόνου που θα λάβει χώρα η συμφωνία, δηλαδή πριν ή κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας.
 
Φορολογική αντιμετώπιση: Οι αποδοχές ασθενείας που καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο, καθώς και τα επιδόματα ασθενείας που καταβάλλονται από τον ΕΦΚΑ φορολογούνται ως εισόδημα μισθωτών υπηρεσιών (άρθρο 12 παρ. 3 Ν. 4172/2013).
 
Ασφάλιση: Οι ημέρες απουσίας για τις οποίες οι εργαζόμενοι δικαιούνται να λάβουν εξ ολοκλήρου ή μερικώς το μισθό από τον εργοδότη τους, άσχετα εάν λαμβάνουν παράλληλα ή όχι επίδομα ασθενείας, δηλαδή για χρονικό διάστημα 13 ημερών (για όσους έχουν προϋπηρεσία μέχρι 1 έτος) και 26 ημερών (για όσους έχουν προϋπηρεσία πάνω από 1 έτος) θεωρούνται ως χρόνος εργασίας και επομένως υπάρχει υποχρέωση ασφάλισης. Οι εισφορές πρέπει να καταβάλλονται επί του συνόλου των οφειλόμενων από τον εργοδότη αποδοχών, χωρίς την αφαίρεση των επιδομάτων ασθενείας. Αντίθετα, οι ημέρες που οι εργαζόμενοι απέχουν από την εργασία τους λόγω ασθένειας, χωρίς να δικαιούνται μισθό από τον εργοδότη τους, έστω κι αν παίρνουν επίδομα ασθενείας από τον ΕΦΚΑ, δηλαδή μετά την πάροδο των προαναφερόμενων διαστημάτων, δεν θεωρούνται ως χρόνος ασφάλισης, διότι το επίδομα ασθενείας δεν αποτελεί αμοιβή. Επομένως, για τις ημέρες αυτές δεν υπάρχει υποχρέωση καταβολής εισφορών υπέρ ΕΦΚΑ.
 
Χρονική διάρκεια επιδότησης 
 
Από την ισχύουσα ασφαλιστική νομοθεσία προβλέπονται οι εξής περιπτώσεις επιδότησης:
 
α) Κατ’ αρχήν, το επίδομα ασθενείας καταβάλλεται μέχρι 182 ημέρες για την ίδια πάθηση ή για διαφορετικές παθήσεις μέσα στο ίδιο έτος, εφόσον ο ασφαλισμένος έχει πραγματοποιήσει 120 τουλάχιστον ημέρες εργασίας στο προηγούμενο έτος ή στο προηγούμενο 15μηνο.
β)  Περαιτέρω,  το  επίδομα  ασθενείας  καταβάλλεται  και  μέχρι  360  ημέρες  για  την  ίδια  πάθηση, εφόσον ο ασφαλισμένος έχει πραγματοποιήσει 300 το λιγότερο ημέρες εργασίας μέσα στα δύο ημερολογιακά έτη, τα αμέσως προηγούμενα από εκείνο της αναγγελίας της ασθένειάς του ή μέσα στο προηγούμενο της αναγγελίας 30μηνο, οπότε όμως δεν υπολογίζονται οι ημέρες εργασίας που πραγματοποιήθηκαν μέσα στο τελευταίο ημερολογιακό τρίμηνο του 30μηνου.
γ) Επίδομα ασθενείας για την ίδια πάθηση καταβάλλεται μέχρι 720 ημέρες, εφόσον ο ασφαλισμένος έχει πραγματοποιήσει:
i) 1500 ημέρες εργασίας από τις οποίες 600 τουλάχιστον τα τελευταία 5 χρόνια τα αμέσως προηγούμενα της αναγγελίας της ασθένειας ή
ii) 4.500 ημέρες εργασίας μέχρι την ημέρα αναγγελίας της ασθένειας.
δ) Σε περίπτωση που ο ασφαλισμένος δεν συγκεντρώνει τις ανωτέρω χρονικές προϋποθέσεις, δικαιούται επιδότηση μέχρι 720 ημέρες, εάν έχει πραγματοποιήσει 300 ημέρες εργασίας και δεν έχει υπερβεί το 21ο έτος της ηλικίας του. Το κατώτατο αυτό όριο των 300 ημερών εργασίας αυξάνεται ανά 120 ημέρες εργασίας κατά μέσο όρο κάθε έτος, μετά τη συμπλήρωση του 21ου έτους της ηλικίας και μέχρι τις 4.200 ημέρες εργασίας.

 

<

Αλφαβητικό Ευρετήριο Εργασιακών Σχέσεων

Επιλέξτε το αντίστοιχο γράμμα από το θέμα που σας ενδιαφέρει (π.χ. Άδεια στο γράμμα Α, Επιδόματα στο Ε κτλ.).