Βλαπτική Μεταβολή

 

Από τον συνδυασμό τών διατάξεων τών άρθρων 57, 59, 200, 281, 288, 652, 656 τού ΑΚ και 7 Ν. 2112/1920 προκύπτει, ότι ο εργαζόμενος υποχρεούται να παρέχει την συμφωνημένη εργασία του και ο εργοδότης υποχρεούται να την δέχεται σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ τους εργασιακής συμβάσεως, μέσα στα πλαίσια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών. Στον εργοδότη ανήκει το διευθυντικό δικαίωμα να καθορίζει το είδος, τον τόπο, το χρόνο και τις άλλες συνθήκες παροχής τής εργασίας του εργαζομένου για την αρτιότερη οικονομοτεχνική οργάνωση τής επιχειρήσεώς του προς επίτευξη των σκοπών της. Ωστόσο, το δικαίωμα αυτό του εργοδότη δεν είναι απεριόριστο, ούτε ανεξέλεγκτο, αλλά ο εργοδότης οφείλει να τηρεί το νόμο και τους όρους της ατομικής συμβάσεως εργασίας και να μην ασκεί το δικαίωμά του καταχρηστικά (ΑΚ 281). Σε περίπτωση που ο εργοδότης προβεί σε ενέργειες από τις οποίες θίγεται η προσωπικότητα τού εργαζομένου, προκαλείται ηθική και υλική βλάβη σ’ αυτόν και επέρχεται εις βάρος του μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεώς του.
 
Στο ζήτημα της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της συμβάσεως εργασίας και για τα δικαιώματα του εργαζομένου, αναφέρεται η διάταξη τού άρθρου 7 εδ. α του Ν. 2112/20, κατά την οποία: «πάσα μονομερής μεταβολή τών όρων τής υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι’ ην ισχύουσιν αι διατάξεις τού παρόντος νόμου». Kατά την έννοια της διατάξεως αυτής, μονομερής βλαπτική μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, η οποία προκαλεί στον εργαζόμενο άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία.
 
Δικαιώματα εργαζόμενου στην περίπτωση μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του:
 
Στην περίπτωση αυθαίρετης, παράνομης ή καταχρηστικής τροποποίησης των όρων της σύμβασης εργασίας του, ο εργαζόμενος έχει διαζευκτικώς τις εξής δυνατότητες:
α) Nα αποδεχθεί την μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφ’ όσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη τού νόμου ή στα χρηστά ήθη,
β) να θεωρήσει την ενέργεια/συμπεριφορά αυτή τού εργοδότη ως καταγγελία, εκ μέρους του, τγς εργασιακής του συμβάσεως και να απαιτήσει την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεώς του,
γ) να εμμείνει στην τήρηση τών συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε, εάν ο εργοδότης δεν τις αποδεχθεί, όπως του προσφέρονται από τον εργαζόμενο, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή τής εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας και
δ) να εκφράσει την αντίθεσή του προς την επελθούσα σε βάρος του μεταβολή και συνεχίζοντας να παρέχει τη νέα εργασία του, να προσφύγει στο δικαστήριο, ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ τής μεταβολής όρους.
Η αξίωση του εργαζόμενου γεννιέται και καθίσταται απαιτητή μόνο εφόσον αυτός εναντιωθεί στη γενόμενη μεταβολή μέσα σε εύλογο χρόνο. Διαφορετικά εάν ο εργαζόμενος αποδεχθεί τη μεταβολή ρητά ή σιωπηρά, δηλαδή από πράξεις του που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι αποδέχεται την εν λόγω μεταβολή, αυτή είναι έγκυρη και ισχυρή και δεν θίγεται η σύμβαση εργασίας.
 
Με τη διάταξη του άρθρου 56 του Ν. 4487/2017, όπως αυτή τροποποιήθηκε δυνάμει του άρθρου 58 του Ν. 4635/2019 ορίστηκε ότι «Επίσης θεωρείται μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας η πέραν των δύο (2) μηνών καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του εργαζομένου από τον εργοδότη, ανεξαρτήτως της αιτίας της καθυστέρησης.». Επομένως, πλέον και η καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας και δίδεται το δικαίωμα στον εργαζόμενο να θεωρήσει την καθυστέρηση ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας του και να απαιτήσει τη νόμιμη αποζημίωση λόγω απολύσεως. Η προσθήκη αυτής της διάταξης έχει ιδιαίτερη σημασία για τις περιπτώσεις εργαζομένων οι οποίοι παρέμεναν εγκλωβισμένοι στις συμβάσεις εργασίας τους, αν και ήταν απλήρωτοι για πολλούς μήνες ή και για χρόνια. Με την εν λόγω διάταξη δίδεται πλέον η δυνατότητα να θέσουν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι τέλος στη σύμβαση εργασίας, δια εξώδικης δήλωσης ή αγωγής σε βάρος του εργοδότη τους και να μπορέσουν είτε να εγγραφούν στον ΟΑΕΔ, είτε να βρουν έτερο εργοδότη, χωρίς η ενέργεια αυτή να θεωρηθεί ως παραίτησή τους.
Περιπτώσεις που έχουν θεωρηθεί ότι συνιστούν βλαπτική μεταβολή όρων εργασίας των εργαζομένων:
  • Μετατροπή της σύμβασης εργασίας από αορίστου σε ορισμένου χρόνου
  • Ανάκληση πρόσθετης οικειοθελούς παροχής εκ μέρους του εργοδότη, η οποία έχει καταστεί μισθός.
  • Μετάθεση σε άλλο κατάστημα ή παράρτημα της επιχείρησης, όταν η σύμβαση εργασίας προσδιορίζει σαφώς συγκεκριμένο τόπο.
  • Μετάθεση στην ίδια πόλη, μετακίνηση σε άλλο τμήμα με ταυτόχρονη μείωση των αποδοχών.
  • Ανάθεση κατώτερων καθηκόντων με αποτέλεσμα την ηθική μείωση του εργαζομένου.
  • Διακοπή της μεταφοράς του εργαζόμενου με όχημα του εργοδότη.
  • Μεταβολή του είδους της εργασίας.
  • Μεταβολή του ωραρίου πέραν του νομίμου.
  • Μείωση ωρών εργασίας με αντίστοιχη μείωση του μισθού.

Καθυστέρηση αποδοχών με σκοπό τον εξαναγκασμό σε παραίτηση

 

<

Αλφαβητικό Ευρετήριο Εργασιακών Σχέσεων

Επιλέξτε το αντίστοιχο γράμμα από το θέμα που σας ενδιαφέρει (π.χ. Άδεια στο γράμμα Α, Επιδόματα στο Ε κτλ.).