Δανεισμός Εργαζομένων

Α. Σύμβαση γνήσιου δανεισμού
 
Η σύμβαση δανεισμού είναι μία τριμερής σύμβαση μεταξύ του αρχικού εργοδότη, του δεύτερου εργοδότη και του εργαζόμενου, σύμφωνα με την η οποία ο αρχικός εργοδότης παραχωρεί (δηλαδή δανείζει) τις υπηρεσίες του εργαζόμενου, με τη συγκατάθεση του τελευταίου, στον δεύτερο εργοδότη (γνήσιος δανεισμός). Ο δανεισμός μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με τη συναίνεση του εργαζομένου, η οποία παρέχεται είτε με την αρχική σύμβαση εργασίας, είτε μεταγενέστερα εν όψει συγκεκριμένου δανεισμού. Επίσης η συναίνεση μπορεί να είναι ρητή, αλλά και σιωπηρή, να συνάγεται δηλ. από τη συμπεριφορά του εργαζομένου, π.χ. ο εργαζόμενος προσέρχεται και προσφέρει την εργασία του στον τρίτο.
 
Δικαιώματα και υποχρεώσεις κατά τη διάρκεια του δανεισμού
 
Η σύμβαση δανεισμού μεταξύ εργοδότη και τρίτου δεν επηρεάζει καταρχήν τη σύμβαση εργασίας, η οποία παραμένει σε ισχύ μεταξύ του αρχικού εργοδότη και του εργαζόμενου. Παραχωρείται μόνο η εργασία του εργαζόμενου και το διευθυντικό δικαίωμα του αρχικού εργοδότη προς το δεύτερο εργοδότη. Ο αρχικός εργοδότης εξακολουθεί να βαρύνεται κατά βάση με όλες τις υποχρεώσεις από τη σύμβαση εργασίας, π.χ. με την υποχρέωση καταβολής του μισθού, της κανονικής αδείας και του επιδόματος αδείας, της απόδοσης και παρακράτησης των ασφαλιστικών εισφορών και της καταβολής της αποζημίωσης απολύσεως, καθώς μόνο ο αρχικός εργοδότης μπορεί να προβεί σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας.
 
Υποχρεώσεις και δικαιώματα που δεν απορρέουν από τη σύμβαση εργασίας μεταξύ εργαζομένου και αρχικού εργοδότη, αλλά προκύπτουν το πρώτον κατά τη διάρκεια του δανεισμού, δεσμεύουν μόνο τον τρίτο και τον εργαζόμενο. Π.χ. η αμοιβή για πρόσθετη εργασία κατά τη διάρκεια του δανεισμού ή για υπερεργασία, υπερωρίες, για εργασία Κυριακών/αργιών, ο αδικαιολόγητος πλουτισμός από παράνομη εργασία κλπ. Κατά τα λοιπά ο δεύτερος εργοδότης εξακολουθεί να δεσμεύεται από την σύμβαση εργασίας που έχει υπογράψει ο εργαζόμενος με τον αρχικό εργοδότη.
 
Σημειώνεται ότι επιτρέπεται να συναφθεί ειδική συμφωνία μεταξύ των εμπλεκομένων, με την οποία ο δεύτερος εργοδότης αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις του αρχικού εργοδότη, σχετικά με την καταβολή μισθού, επιδομάτων κλπ.
 
Σε περίπτωση δανεισμού μισθωτού, η επιχείρηση που δανείζεται τον μισθωτό υποβάλλει συμπληρωματικό πίνακα ωραρίου Ε4, που αφορά στον εν λόγω εργαζόμενο, με την παρατήρηση ότι αφορά σε υπό δανεισμό μισθωτό, ενώ θα αναγράφονται και τα στοιχεία της δανείζουσας επιχείρησης. Είναι δε υποχρεωμένος να τηρεί τις σχετικές υποχρεώσεις αναγγελίας στο ΠΣ ΕΡΓΑΝΗ όλων των τυχόν αλλαγών του ωραρίου εργασίας του δανειζόμενου εργαζόμενου.
 
Β. Προσωρινή Απασχόληση – Σύμβαση (μη γνήσιου) δανεισμού μέσω Ε.Π.Α.
 
Μη γνήσιος δανεισμός υπάρχει όταν η σύμβαση εργασίας μεταξύ εργαζομένου και αρχικού εργοδότη προβλέπει ότι ο εργαζόμενος θα προσφέρει την εργασία του σε τρίτους, τους οποίους θα υποδεικνύει εκάστοτε ο αρχικός εργοδότης. Ο μη γνήσιος δανεισμός ονομάζεται και κατ’ επάγγελμα δανεισμός, γιατί ο αρχικός εργοδότης είναι επιχείρηση, της οποίας αντικείμενο εργασιών είναι ακριβώς να παραχωρεί, δηλαδή να δανείζει εργαζομένους σε τρίτους εργοδότες.
Ο μη γνήσιος δανεισμός εγκυμονεί κινδύνους για τους εργαζόμενους, όπως π.χ. τον κίνδυνο να υφίσταται ο εργαζόμενος άνιση μεταχείριση σε σύγκριση με τους συναδέλφους του που εργάζονται στον ίδιο εργοδότη στον οποίο παραχωρείται, υποκατάσταση της τακτικής εργασίας με ευκαιριακή κλπ. Η ανάγκη να αντιμετωπισθούν τα πλείστα προβλήματα του κατ’ επάγγελμα δανεισμού προκάλεσε - με καθυστέρηση σε σύγκριση με άλλες χώρες - το ενδιαφέρον της πολιτείας και την ψήφιση του Ν. 2956/2001, ο οποίος είχε ως σκοπό να αποτραπεί η λειτουργία της μορφής αυτής απασχόλησης ως μέσου αποδιάρθρωσης των εργασιακών σχέσεων, να αποτραπεί η άνιση μεταχείριση των προσωρινά απασχολουμένων και να αποφευχθεί η χρήση της ως μέσου υποκατάστασης της κανονικής απασχόλησης. Ο Ν. 2956/2001 προέβλεψε τις «Εταιρείες Προσωρινής Απασχόλησης» (ΕΠΑ), δηλ. τις εταιρείες που ασκούν τον κατ’ επάγγελμα δανεισμό και προσδιόρισε την έννοια της προσωρινής απασχόλησης. Κατά το Ν. 2956/2001 οι ΕΠΑ έπρεπε να ιδρύονται με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας και για την ίδρυση και λειτουργία τους απαιτείτο ειδική άδεια. Κατόπιν ψηφίστηκε ο Ν. 4052/2012, ο οποίος μετέφερε την Οδηγία 2008/104 στο ελληνικό δίκαιο και τροποποίησε όλες τις προγενέστερες διατάξεις σε σχέση με τη σύσταση και λειτουργία των ΕΠΑ. Τέλος, ο Ν. 4052/2012 τροποποιήθηκε σε ορισμένα επί μέρους σημεία από τους Ν. 4093/2012 και 4254/2014, με τις οποίες κατέστη ακόμη ευχερέστερη η σύσταση ΕΠΑ και η προσωρινή απασχόληση εργαζομένων, με συνέπεια την συχνή καταστρατήγηση του πυρήνα των εργασιακών σχέσεων.
 
Συγκεκριμένα, καταργήθηκε η υποχρέωση σύστασης ανώνυμης εταιρείας και η προγενέστερη λήψη ειδικής άδειας, που συνεπάγονταν υψηλό κόστος και συγκεκριμένες εγγυήσεις για τον επίδοξο «εργοδότη» και κατέστη δυνατήη σύσταση της ΕΠΑ απόοποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του εμπορικού δικαίου, χωρίς τις δεσμεύσεις του προηγούμενου νομοθετικού καθεστώτος. Δηλαδή πλέον είναι εφικτό ο οιοσδήποτε (φερέγγυος ή και αφερέγγυος) να συστήσει μία χαμηλού κόστους εταιρεία, π.χ. ΙΚΕ, με κεφάλαιο μηδαμινό και να ασκεί τη συγκεκριμένη δραστηριότητα. Επίσης και η διαδικασία ίδρυσης ΕΠΑ έχει ιδιαίτερα απλουστευθεί, καθώς πλέον δεν απαιτείται έκδοση προηγούμενης αδείας, αλλά αρκεί η αναγγελία έναρξης της δραστηριότητας αυτής στη Διεύθυνση Απασχόλησης του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, η οποία (αναγγελία) συνοδεύεται από τα νόμιμα δικαιολογητικά που πιστοποιούν τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων
 
H συνολική διάρκεια της σύμβασης δανεισμού, συμπεριλαμβανομένων και των ενδεχομένων ανανεώσεων που γίνονται εγγράφως, δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερη από 36 μήνες, ενώ αν κατά το χρονικό αυτό διάστημα ανασταλεί η λειτουργία της εργασιακής σχέσης για λόγους όπως ασθένεια, στράτευση, εγκυμοσύνη κ.λπ. δεν επηρεάζεται η νομοθετικώς προβλεπόμενη διάρκεια. Σε περίπτωση δε υπέρβασης τού εν λόγω χρονικού ορίου επέρχεται η μετατροπή της υπάρχουσας σύμβασης σε σύμβαση αορίστου χρόνου με τον έμμεσο εργοδότη. Στην περίπτωση που η απασχόληση τού μισθωτού από τον έμμεσο εργοδότη συνεχίζεται μετά τη λήξη της διάρκειας της αρχικής τοποθέτησης και των τυχόν νομίμων ανανεώσεών της ακόμη και με νέα τοποθέτηση, χωρίς να μεσολαβεί διάστημα είκοσι τριών (23) ημερολογιακών ημερών, θεωρείται ότι πρόκειται για σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ τού μισθωτού και τού έμμεσου εργοδότη (τεκμήριο πλήρους απασχόλησης αορίστου χρόνου).
 
H σύμβαση εργασίας μεταξύ εργαζομένου και EΠAμπορεί να είναι ορισμένου ή αορίστου χρόνου, μερικής ή πλήρους απασχόλησης και καταρτίζεται εγγράφως σε τρία αντίτυπα τα οποία υπογράφονται από τους συμβαλλομένους, ήτοι τον νόμιμο εκπρόσωπο της EΠA και τον προσωρινά απασχολούμενο.
Σε περίπτωση σύμβασης μερικής απασχόλησης, η EΠA υποχρεούται στην κατάθεση αυτής στην οικεία Eπιθεώρηση Eργασίας και έπειτα παραδίδει ένα αντίγραφο τής σύμβασης στον προσωρινά απασχολούμενο και το άλλο στον έμμεσο εργοδότη, ο οποίος έχει την υποχρέωση τήρησής του στο χώρο εργασίας.
Έγγραφη σύμβαση καταρτίζεται και μεταξύ EΠA και έμμεσου εργοδότη στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της προς κάλυψη θέσης εργασίας, καθώς και οι ιδιαίτεροι κίνδυνοι που έχουν σχέση με τη συγκεκριμένη εργασία.
Στη σύμβαση εργασίας πρέπει να περιέχονται όλοι οι όροι εργασίας και η διάρκειά της, οι όροι παροχής της εργασίας στον ή στους έμμεσους εργοδότες, οι όροι αμοιβής και ασφάλισης του προσωρινά απασχολούμενου, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο, το οποίο πρέπει να γνωρίζει ο προσωρινά απασχολούμενος αναφορικά με την παροχή της εργασίας του.
 
Θεωρείται άκυρη οποιαδήποτε ρήτρα απαγόρευσης της σύναψης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ αυτού και τού έμμεσου εργοδότη μετά τη λήξη της σύμβασης εργασίας με την EΠA. Άκυρη επίσης θεωρείται οποιαδήποτε ρήτρα, όταν με αυτήν, άμεσα ή έμμεσα, παρεμποδίζονται τα συνδικαλιστικά δικαιώματα τού προσωρινά απασχολούμενου ή παραβλάπτονται τα ασφαλιστικά του δικαιώματα.
 
Αρχή της ίσης μεταχείρισης: Oι βασικοί όροι εργασίας των εργαζομένων με σύμβαση ή σχέση εργασίας προσωρινής απασχόλησης, κατά τη διάρκεια της τοποθέτησής τους στον έμμεσο εργοδότη είναι τουλάχιστον αυτοί που θα εφαρμόζονταν αν οι εργαζόμενοι είχαν προσληφθεί απευθείας από τον έμμεσο εργοδότη για να καταλάβουν την ίδια θέση. Ανάλογα θα πρέπει να αντιμετωπίζονται οι προσωρινά απασχολούμενοι και ως προς τις οικειοθελείς χρηματικές παροχές, τις παροχές σε είδος, αλλά και τους λοιπούς βασικούς όρους εργασίας που αφορούν ιδίως στη διάρκεια τού χρόνου εργασίας, στις υπερωρίες, στα διαλείμματα, στις περιόδους ανάπαυσης, στη νυκτερινή εργασία, στις άδειες και στις αργίες. Kατά το χρονικό διάστημα που ο προσωρινά απασχολούμενος παρέχει εργασία στον έμμεσο εργοδότη, οι αποδοχές που λαμβάνει δεν μπορεί να είναι κατώτερες από τον εκάστοτε νομοθετικώς καθορισμένο νόμιμο κατώτατο μισθό και κατώτατο ημερομίσθιο για τους εργαζόμενους ιδιωτικού τομέα όλης τής χώρας.
Τέλος, για τη διασφάλιση των μισθολογικών και ασφαλιστικών απαιτήσεων των προσωρινά απασχολουμένων σε περίπτωση αφερεγγυότητας της ΕΠΑ, ο Ν. 4052/2012 επεκτείνει την υποχρέωση ικανοποιήσεως των απαιτήσεων αυτών και στον έμμεσο εργοδότη. Σύμφωνα με το άρθρο 124 παρ. 4 Ν. 4052/2012 «η ΕΠΑ και ο έμμεσος εργοδότης είναι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος υπεύθυνος έναντι του προσωρινά απασχολούμενου μισθωτού … για την ικανοποίηση των μισθολογικών δικαιωμάτων του και για την καταβολή των ασφαλιστικών του εισφορών …».

<

Αλφαβητικό Ευρετήριο Εργασιακών Σχέσεων

Επιλέξτε το αντίστοιχο γράμμα από το θέμα που σας ενδιαφέρει (π.χ. Άδεια στο γράμμα Α, Επιδόματα στο Ε κτλ.).