Συλλογικές Διαπραγματεύσεις

Η συλλογική αυτονομία αποτελεί κεντρικό συστατικό στοιχείο της δράσης των συνδικαλιστικών οργανώσεων και κατ’ επέκταση της συνδικαλιστικής ελευθερίας. Ως συλλογική αυτονομία νοείται το δικαίωμα των εκπροσώπων των εργαζομένων και των εργοδοτών να καθορίζουν από κοινού, ελεύθεροι από επεμβάσεις τρίτων και ιδιαίτερα της κρατικής εξουσίας, κάθε θέμα που συνδέεται με τη διαχείριση εν γένει των συμφερόντων της εργασίας, είτε αυτό αφορά τις ατομικές εργασιακές σχέσεις, είτε τις συλλογικές. Με την συνταγματική κατοχύρωση της συνδικαλιστικής ελευθερίας (άρθρο 23 παρ. 1 Συντάγματος), κατοχυρώνεται συγχρόνως, εκτός των άλλων, και η δράση των συνδικαλιστικών οργανώσεων, ενώ καλύπτει και τα μέσα που είναι αναγκαία για την πραγμάτωση των σκοπών της συνδικαλιστικής ελευθερίας. Στα μέσα αυτά ανήκει και το δικαίωμα των συνδικαλιστικών οργανώσεων για ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και το δικαίωμα για σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Τα δύο αυτά δικαιώματα συνθέτουν τη συλλογική αυτονομία και μαζί με το δικαίωμα της απεργίας αποτελούν τα δύο σπουδαιότερα μέσα συλλογικής συνδικαλιστικής δράσης.

Από την ίδια τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του Συντάγματος προκύπτει ότι το κράτος οφείλει να λαμβάνει όλα εκείνα τα μέτρα που απαιτούνται για την ανεμπόδιστη άσκηση της συνδικαλιστικής ελευθερίας και των συναφών με αυτή δικαιωμάτων. Αυτό σημαίνει ότι το κράτος υποχρεούται να οργανώσει ένα σύστημα ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων και συλλογικών συμβάσεων και να το θέσει στη διάθεση των επαγγελματικών οργανώσεων, παραχωρώντας ένα πεδίο δράσης όπου οι όροι θα ρυθμίζονται αυτόνομα με συλλογικές συμφωνίες χωρίς ανάμιξη του κράτους, πάντοτε υπό τις προϋποθέσεις τήρησης των αρχών της αναλογικότητας και των αρχών της προστασίας και της εύνοιας υπέρ των μισθωτών.
 
Στην Ελλάδα το σύστημα αυτό που εξασφάλιζε τις ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και την συλλογική αυτονομία θεσπίστηκε αποτελεσματικά με τον Ν. 1876/1990, ο οποίος ήταν αποτέλεσμα «κοινωνικής συμφωνίας» που απιτεύχθηκε, με ομοφωνία όλων των κομμάτων της Βουλής των Ελλήνων και με την προηγούμενη (μετά τη διενέργεια κοινωνικού διαλόγου) συμφωνία των κορυφαίων οργανώσεων εργοδοτών και εργαζομένων.
 
Το 2010, οι ραγδαίες εξελίξεις στο οικονομικό περιβάλλον της χώρας, στο πλαίσιο μιας γενικευμένης οικονομικής κρίσης, οδήγησαν στη λήψη επώδυνων μέτρων στον τρόπο λειτουργίας της αγοράς εργασίας. Οι «μνημονιακοί» νόμοι που τέθηκαν σε ισχύ, αλλά και οι διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας για τη λήψης σκληρών μέτρων είχαν ως στόχο τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας και κατά συνέπεια τα κατώτατα όρια προστασίας της εργασίας, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η χαμηλή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, αγνοώντας, όμως, τις πραγματικές στρεβλώσεις του εργασιακού γίγνεσθαι στην Ελλάδα. Με το πλέγμα των διατάξεων των νόμων που τέθηκαν σε ισχύ από το 2010 έως και το 2012 το κράτος παρενέβη ανεπίτρεπτα στις συλλογικές διαπραγματεύσεις, περιορίζοντας ουσιωδώς την συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της συνδικαλιστικής ελευθερίας και συνακόλουθα καταργώντας επί της ουσίας τη συλλογική αυτονομίαΚορυφαία εκδήλωση παρεμβατισμού στη συλλογική αυτονομία αποτέλεσε η θέσπιση με νόμο των κατωτάτων ορίων μισθών και ημερομισθίων και όχι μέσω της συλλογικής διαπραγμάτευσης των κοινωνικών εταίρων. Βαρύτατες συνέπειες για τους μισθούς και τα κεκτημένα εργασιακά δικαίωματα είχε η θέσπιση διατάξεων που κατήργησαν ουσιώδεις διατάξεις του Ν. 1876/1990, με κυριότερες την κατάργηση της υποχρεωτικότητας των Σ.Σ.Ε., την κατάργηση της μετενέργειας, η οποία οδήγησε στην κατάργηση των περισσοτέρων επιδομάτων, μεταξύ των οποίων και το επίδομα γάμου, που αφορούσε σε όλους τους εργαζόμενους, την αναστολή επ’ αόριστον («πάγωμα») ωριμάνσεων των αποδοχών, αφού η αναστολή αυτή ισχύει μέχρι ο δείκτης ανεργασίας να φθάσει στο 10%, την παροχή δυνατότητας σε ενώσεις προσώπων που συστήνονται κατ’ απόκλιση των διατάξεων του Ν. 1264/1982 να συνάπτουν επιχειρησιακές Σ.Σ.Ε. με ρυθμίσεις δυσμενέστερες από τις εφαρμοστέες κλαδικές ή ομοιοεπαγγελματικές Σ.Σ.Ε. Το τελευταίο πλήγμα στις συλλογικές διαπραγματεύσεις επήλθε με την εν τοις πράγμασι κατάργηση της δυνατότητας μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία ενώπιον του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας, αφού πλέον τίθενται ιδιαίτερα αυστηρές και περιοριστικές προϋποθέσεις προσφυγής στη διαιτησία.
 
Κατωτέρω ακολουθούν οι διατάξεις περί συλλογικών διαπραγματεύσεων, όπως αυτές ισχύουν σήμερα μετά τις άνω τροποποιήσεις, με τελευταίες τις τροποποιήσεις που επέφερε ο Ν. 4635/2019.
 
Έννοια Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας
 
Με τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας οι οποίες συμφωνούνται εγγράφως μεταξύ, των συνδικαλιστικών οργανώσεων εργαζομένων και εργοδοτών ή μεταξύ συνδικαλιστικής οργάνωσης εργαζομένων και εργοδότη, καθορίζονται οι αμοιβές και οι όροι εργασίας και οι μεταξύ των συμβαλλομένων αμοιβαίες υποχρεώσεις. Με τις Σ.Σ.Ε. εξομοιώνονται και οι διαιτητικές αποφάσεις.
 
Οι όροι και η διαδικασία σύναψης Σ.Σ.Ε. διέπονται από τον Ν.1876/1990, ο οποίος έχει υποστεί ουσιώδεις τροποποιήσεις ιδίως κατά τη «μνημονιακή περίοδο» (Ν. 3899/2010, 4024/2011, 4046/2012, 4093/2012, 4475/2017, 4635/2019). Οι Σ.Σ.Ε. συμπληρώνουν τους γενικούς όρους εργασίας που ρυθμίζονται από τους σχετικούς νόμους και κατοχυρώνονται από το Σύνταγμα. Ορίζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών. Ορίζουν θέματα σχετικά με τις διαδικασίες και τους όρους συλλογικής διαπραγμάτευσης, μεσολάβησης και διαιτησίας.
Με τις Σ.Σ.Ε. θεσπίζονται κατά κανόνα ευμενέστεροι όροι εργασίας από τους προβλεπόμενους στις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας.
 
Περιεχόμενο Σ.Σ.Ε.
 
Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν.1876/1990, περιεχόμενο των Σ.Σ.Ε. μπορούν να αποτελέσουν:
1. Ζητήματα σχετικά με τη σύναψη, τους όρους λειτουργίας και τη λήξη των ατομικών συμβάσεων εργασίας που εμπίπτουν στο πεδίο ισχύος της.
2. Ζητήματα που αφορούν την άσκηση του συνδικαλιστικού δικαιώματος στην επιχείρηση, την παροχή συνδικαλιστικών διευκολύνσεων και τον τρόπο παρακράτησης των συνδικαλιστικών εισφορών και της απόδοσής τους στις δικαιούχες οργανώσεις.
3. Ζητήματα κοινωνικής ασφάλισης, εκτός από τα συνταξιοδοτικά, εφόσον δεν έρχονται σε αντίθεση με τη συνταγματική τάξη και την πολιτική των δημόσιων φορέων κοινωνικής ασφάλισης.
4. Ζητήματα σχετικά με την άσκηση της επιχειρηματικής πολιτικής στο μέτρο που αυτή επηρεάζει άμεσα τις εργασιακές σχέσεις.
5. Ζητήματα που αφορούν την ερμηνεία των κανονιστικών όρων της συλλογικής σύμβασης εργασίας.
6. Ζητήματα που προβλέπονται στο άρθρο 12 του ν.1767/1988, δηλαδή α) κατάρτιση του εσωτερικού κανονισμού της επιχείρησης, β) κατάρτιση κανονισμού υγιεινής και ασφάλειας της επιχείρησης, γ) κατάρτιση ενημερωτικών προγραμμάτων για τις νέες μεθόδους οργάνωσης της επιχείρησης και τη χρήση νέων τεχνολογιών, δ) Τον προγραμματισμό της επιμόρφωσης της διαρκούς εκπαίδευσης και της μετεκπαίδευσης του προσωπικού, ιδιαίτερα μετά από κάθε μετατροπή της τεχνολογίας, ε) Τον τρόπο ελέγχου της παρουσίας και της συμπεριφοράς του προσωπικού στα πλαίσια της Προστασίας της προσωπικότητας των εργαζομένων ιδίως απέναντι στα οπτικοακουστικά μέσα. στ) Τον προγραμματισμό των κανονικών αδειών, ζ) Την επανένταξη των αναπήρων από εργατικό ατύχημα που έγινε στην επιχείρηση σε κατάλληλες γι`αυτούς θέσεις απασχόλησης, η) Τον προγραμματισμό και τον έλεγχο πολιτιστικών, ψυχαγωγικών και κοινωνικών εκδηλώσεων. Σημειώνεται ότι αν στην επιχείρηση δεν υφίσταται συνδικαλιστική οργάνωση, την εν λόγω αρμοδιότητα έχουν τα συμβούλια των εργαζομένων.
7. Τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων μερών.
8. Ζητήματα σχετικά με τις διαδικασίες και τους όρους συλλογικής διαπραγμάτευσης, Μεσολάβησης και Διαιτησίας.
9. Η συλλογική σύμβαση εργασίας μπορεί να περιέχει ρήτρα ειρήνης σχετικά με τα ζητήματα που ρυθμίζει.
10. Ζητήματα εφαρμογής συστήματος διευθέτησης του χρόνου εργασίας, πρόσθετων ομάδων εργασίας, μερικής απασχόλησης (με επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας).
 
Ο Ν.1876/90 αφορά:
-        Όλους τους εργαζόμενους της χώρας με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε ημεδαπό ή αλλοδαπό εργοδότη, επιχείρηση, εκμετάλλευση ή υπηρεσία δημοσίου ή ιδιωτικού τομέα.
-        Τους εργαζόμενους που αν και δεν συνδέονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας, εργάζονται κάτω από τις ίδιες ή αντίστοιχες συνθήκες με τους εργαζόμενους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (εποχιακοί, εργαζόμενοι φασόν, κλπ).
-        Περιλαμβάνονται και όσοι εργάζονται στη γεωργία, κτηνοτροφία ή κατ' οίκον.
 

<

Αλφαβητικό Ευρετήριο Εργασιακών Σχέσεων

Επιλέξτε το αντίστοιχο γράμμα από το θέμα που σας ενδιαφέρει (π.χ. Άδεια στο γράμμα Α, Επιδόματα στο Ε κτλ.).