Σεξουαλική Παρενόχληση στο χώρο εργασίας

Η παρενόχληση, τόσο στο ελληνικό, όσο και στο ευρωπαϊκό δίκαιο προσδιορίζεται ως:

  • Σωματική, ψυχολογική ή/και σεξουαλική
  • Μεμονωμένα περιστατικά ή πιο συστηματικά πρότυπα συμπεριφοράς
  • Μεταξύ συναδέλφων, μεταξύ ανωτέρων και υφισταμένων ή από τρίτους όπως πελάτες, ασθενείς, μαθητευόμενους κ.λ.π.
  • Τα περιστατικά διακυμαίνονται από ήσσονος σημασίας περιπτώσεις ασέβειας μέχρι πιο σοβαρές αποδοκιμαστέες πράξεις, συμπεριλαμβανομένων των εγκληματικών

Η παρενόχληση μπορεί να περιλαμβάνει κάθε μορφή σωματικής βίας, ωστόσο μπορεί να μη είναι τόσο διακριτή και να συνίσταται σε οποιοδήποτε υποτιμητικό αστείο, φυλετική και οποιαδήποτε προσωπική προσβολή και έκφραση δυσφορίας ή έλλειψη ανεκτικότητας προς ένα άτομο. Η παρενόχληση μπορεί να βασίζεται σε διακρίσεις όπως το φύλο, ο σεξουαλικός προσανατολισμός, η εθνική προέλευση, το χρώμα, η ηλικία ή κάθε άλλο ατομικό χαρακτηριστικό. Ωστόσο, παρενόχληση μπορεί να υπάρξει και πέρα από τις διακρίσεις. Ο εκφοβισμός και η σεξουαλική παρενόχληση είναι μορφές παρενόχλησης. Η παρενόχληση μπορεί να κυμαίνεται από κοροϊδευτικά σχόλια, αστεία, φάρσες, λέξεις, συμπεριφορές ή ενέργειες που σχετίζονται με ένα χαρακτηριστικό του εργαζόμενου (όπως προφορά, συμπεριφορά, τρόπος ένδυσης, σώμα, φύλο, σεξουαλικός προσανατολισμός, ή άλλη κατάσταση) έως και τον ψυχολογικό ή σωματικό εκφοβισμό άλλων, ακατάλληλο άγγιγμα, εκτόξευση απειλών ή την προβολή εικόνων, συμβόλων, γραπτών ή άλλων επικοινωνιών που γεννούν διακρίσεις ή προσβάλ-λουν τον άλλον.

Παρενόχληση είναι επίσης η δημιουργία ενός εχθρικού εργασιακού περιβάλλοντος, στο οποίο υφίστανται υποτιμητικά αστεία ή δηλώσεις που αφορούν διακρίσεις σχετικά με το φύλο, τη φυλή, την ηλικία, τις σεξουαλικές προτιμήσεις, τη θρησκεία, την εθνική καταγωγή ή οποιοδήποτε άλλο αναγνωριστικό - ακόμα κι αν κανείς δεν έχει αντίρρηση - καθώς διαμορφώνει ένα εργασιακό περιβάλλον που είναι εχθρικό και δεν σέβεται όλους τους ανθρώπους.

Η παρενόχληση μπορεί να υπάρξει και πέρα από τις διακρίσεις και έχει να κάνει με συμπεριφορές που βασίζονται στην αδυναμία να διακρίνει κανείς τη συμπεριφορά του ως προβληματική, σε συναισθήματα θυμού, άγχους ή απογοήτευσης, στην αδυναμία αναγνώρισης του αντίκτυπου της συμπεριφοράς του στους άλλους, σε ευρύτερα πολιτισμικά πρότυπα, στην επιθυμία για εξουσία έναντι των άλλων, έλλειψη ενσυναίσθησης, αισθήματα δικαιώματος κ.λπ.

Ο εκφοβισμός, το mobbing και η σεξουαλική παρενόχληση είναι είδη παρενόχλησης. Ο εκφοβισμός είναι μια μορφή παρενόχλησης, που περιλαμβάνει κακόβουλη πρόθεση και χρήση βίας, εξαναγκασμού, πειραγμάτων που έχουν σκοπό να πληγώσουν, απειλής, κυριαρχίας ή πρόκλησης φόβου, κατ? επανάληψη, σκοπίμως και κατά συνήθεια. Ορισμένες μορφές εκφοβισμού είναι: ο δημόσιος εξευτελισμός, η απομόνωση του θύματος από τους υπόλοιπους, η διάδοση φημών για το θύμα, ο αποκλεισμός του θύματος από συναντήσεις, η απαξίωση, οι απειλές, οι συνεχείς ενοχλήσεις, η δημιουργία αδικαιολόγητων και απαιτητικών προσδοκιών με σκοπό τον εκφοβισμό ή την παρενόχληση, η απόκρυψη πληροφοριών που απαιτούνται για την εκπλήρωση προσδοκιών. Το mobbing είναι ένας τύπος εκφοβισμού όπου εμπλέκονται περισσότερα από ένα άτομα και μπορεί να περιλαμβάνει τόσο διευθυντές όσο και συναδέλφους από παρόμοιο οργανωτικό επίπεδο. Η απομόνωση, η απαξίωση και ο εξοστρακισμός του ατόμου συστημικά και με αθέμιτο τρόπο είναι μέρος της παρενόχλησης στο mobbing.

Ως σεξουαλική παρενόχληση νοούνται οι μορφές συμπεριφοράς που συνδέονται με το φύλο ενός προσώπου, οι οποίες έχουν ως σκοπό ή αποτέλεσμα την παραβίαση της αξιοπρέπειας του προσώπου αυτού και τη δημιουργία εκφοβιστικού, εχθρικού, εξευτελιστικού, ταπεινωτικού ή επιθετικού περιβάλλοντος κατά το άρθρο 2 του ν. 3896/2010 και την παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 4443/2016 περί απαγόρευσης των διακρίσεων. Οι μορφές συμπεριφοράς αυτές περιλαμβάνουν και τη σεξουαλική παρενόχληση του ν. 3896/2010, καθώς και μορφές συμπεριφοράς που συνδέονται με τον σεξουαλικό προσανατολισμό, την έκφραση, την ταυτότητα ή τα χαρακτηριστικά φύλου του προσώπου. Η σεξουαλική παρενόχληση επίσης συνίσταται σε κάθε ανεπιθύμητη λεκτική ή σωματική προσέγγιση, σαφώς υποτιμητικές δηλώσεις με σεξουαλικό περιεχόμενο ή σχόλια που υποδηλώνουν σεξουαλική διάκριση, που γίνονται από κάποιον και τα οποία είναι προσβλητικά ή ενοχλητικά για τον αποδέκτη, του προκαλούν δυσφορία, θυμό, και ένα αίσθημα παραβίασης ή υποτίμησης. Σεξουαλική παρενόχληση επίσης συμβαίνει όταν ένα πρόσωπο με εξουσία προσπαθεί να ανταλλάξει επαγγελματικά οφέλη με σεξουαλικές χάρες. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει πρόσληψη, προαγωγή, συνέχιση απασχόλησης ή οιουσδήποτε άλλους όρους, προϋποθέσεις ή προνόμια απασχόλησης.

Η σεξουαλική παρενόχληση εμπίπτει στο πεδίο ρύθμισης τόσο του αστικού, όσο και του ποινικού δικαίου. Αρχικώς, με το Ν. 3305/2005 ενσωματώθηκαν οι Οδηγίες για την ισότητα στην απασχόληση, η οποία απαγόρευε τις διακρίσεις λόγω γενετήσιου προσανατολισμού, θρησκευτικών πεποιθήσεων, ηλικίας και αναπηρίας στον τομέα της απασχόλησης (78/2000/ΕΚ) και για τη φυλετική ισότητα, η οποία απαγόρευε τις διακρίσεις λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής στον τομέα της απασχόλησης, αλλά και όσον αφορά την πρόσβαση στο σύστημα πρόνοιας και στην κοινωνική ασφάλιση, και την πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες (43/2000/ΕΚ). Ο ανωτέρω νόμος αντικαταστάθηκε με το Ν. 4443/2016, ο οποίος βελτίωσε και ενίσχυσε το νομοθετικό πλαίσιο για την εφαρμογή της ίσης μεταχείρισης και την απαγόρευσης των διακρίσεων στην εργασία και την απασχόληση εν γένει. Η έννοια της σεξουαλικής παρενόχλησης προσδιορίστηκε με το Ν. 3896/2010 (άρθρο 3), που ενσωμάτωσε την Οδηγία 2006/54/ΕΚ περί της εφαρμογής της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης. Σύμφωνα με το νόμο αυτό η σεξουαλική παρενόχληση θεωρείται διάκριση λόγω φύλου, η οποία απαγορεύεται. Επιπλέον, το άρθρο 337 του Ποινικού Κώδικα ορίζει ρητά την προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας ως ποινικό αδίκημα, ενώ στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου προβλέπεται ότι όποιος προβαίνει σε χειρονομίες γενετήσιου χαρακτήρα ή διατυπώνει προτάσεις για τέλεση γενετήσιων πράξεων σε πρόσωπο που εξαρτάται εργασιακά από αυτόν ή εκμεταλλευόμενος την ανάγκη ενός προσώπου να εργαστεί, τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή. Βέβαια, οι περιπτώσεις, που στοιχειοθετούν ποινικό αδίκημα, είναι οι ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις για ασελγείς πράξεις, περιπτώσεις δηλαδή που δεν προσβάλλουν απλώς την προσωπικότητα του ατόμου, αλλά και το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών στον χώρο εργασίας στο πεδίο της γενετήσιας ζωής και αξιοπρέπειας. Αντίθετα, η προσβολή της προσωπικότητας του αστικού δικαίου, η οποία συντρέχει σε κάθε περίπτωση, δεν προϋποθέτει «ασελγείς» χειρονομίες και προτάσεις, αλλά απλώς γεγονότα ικανά να αποτελέσουν διάκριση λόγω φύλου, δημιουργώντας εκφοβιστικό κλίμα στο χώρο εργασίας.

Οι ρυθμίσεις του Ν.4808/2021

Η ανάγκη διαμόρφωσης ενός περιβάλλοντος εργασίας με έμφαση στην διασφάλιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας οδήγησε την ελληνική πολιτεία τον Ιούλιο του 2021 στην κύρωση της σύμβασης 190 της ΔΟΕ με το Ν. 4808/2021, δυνάμει του οποίου παρέχεται "μια ευρύτερη και ενισχυμένη προστασία της προσωπικότητας και της αξιοπρέπειας του εργαζομένου έναντι μορφών βίας και παρενόχλησης". 

Το υποκειμενικό και αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής του νόμου θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ιδιαίτερα διευρυμένο. Καλύπτει εργαζόμενους τόσο του ιδιωτικού, όσο και του δημοσίου τομέα, ανεξαρτήτως του εργασιακού καθεστώτος, ήτοι συμπεριλαμβάνονται απασχολούμενοι με σύμβαση έργου, ανεξαρτήτων υπηρεσιών, έμμισθης εντολής, απασχολούμενοι μέσω τρίτων παρόχων υπηρεσιών, καθώς και άτομα που παρακολουθούν κατάρτιση, συμπεριλαμβανομένων των ασκούμενων, των μαθητευόμενων, των εθελοντών κ.α. Όμοια διεύρυνση παρουσιάζεται και στο αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής καθότι ο νόμος καλύπτει παρενοχλητικές συμπεριφορές που ενδέχεται να λάβουν χώρα σε κάθε χώρο ή περίσταση που συνδέεται με την εργασία τους, ακόμα και κατά τις μετακινήσεις ή επικοινωνίες που σχετίζονται με την εργασία. Ως προς τους ορισμούς του νόμου, καλύπτεται μεγάλο φάσμα μη αποδεκτών συμπεριφορών και πρακτικών βίας και παρενόχλησης στην εργασία, στις οποίες μπορούν να συγκαταλεχθούν ενδεικτικά η ηθική παρενόχληση (mobbing), η εμμονική και παρενοχλητική παρακολούθηση (stalking), η ψηφιακή παρενόχληση με ηλεκτρονικά μέσα (cyberstalking), η σεξουαλική παρενόχληση και γενικώς κάθε είδους σωματική, ψυχολογική, λεκτική ή μη λεκτική βία και κακομεταχείριση στον κόσμο της εργασίας.

Υποχρεώσεις εργοδότη για την πρόληψη και την αντιμετώπιση της βίας και της παρενόχλησης

Οι υποχρεώσεις του εργοδότη που προβλέπονται στο νόμο 4808/2021 εντάσσονται στη γενικότερη παρεπόμενη "υποχρέωση πρόνοιας του εργοδότη". Σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν. 4808/2021, κάθε εργοδότης υποχρεούται "να επιδεικνύει μηδενική ανοχή στη βία και παρενόχληση". Στο πλαίσιο αυτό, οφείλει αρχικά να λάβει συγκεκριμένα μέτρα για την πρόληψη και την αντιμετώπιση της βίας και της παρενόχλησης στην εργασία και να ενημερώνει τους εργαζομένους σχετικά με τους πιθανούς κινδύνους βίας και παρενόχλησης στον εργασιακό χώρο, αλλά και για την ισχύουσα νομοθεσία και τα δυνατά μέτρα προστασίας.

Περαιτέρω, στα αρ. 7 και 8 του Ν. 4808/2021, προβλέπονται οι ειδικότερες υποχρεώσεις του εργοδότη να καταρτίζει πρόγραμμα προληπτικής δράσης και βελτίωσης των συνθηκών εργασίας αξιολογόντας ψυχοκοινωνικούς κινδύνους ή κινδύνους παρενόχλησης και ενισχύεται ο ρόλος του ιατρού εργασίας ο οποίος αποκτά αρμοδιότητες, επιπλέον των ήδη προβλεπόμενων στον ν. 3850/2010, όπως παροχής συμβουλών επί θεμάτων πρόληψης, διευθέτησης και διαχείρισης περιστατικών βίας και παρενόχλησης, καθώς και άμεσης συνδρομής του θύματος.

Τα άρθρα 9 και 10 εισάγουν ρυθμίσεις που επιβάλλουν την κατάρτιση πολιτικών για την πρόληψη και καταπολέμηση της βίας και παρενόχλησης και τη διαχείριση εσωτερικών καταγγελιών, οι οποίες αφορούν στις επιχειρήσεις που απασχολούν περισσότερα από 20 άτομα. Στο πλαίσιο αυτό και κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 1 του άρθρου 22 του ν. 4808/2021, εκδόθηκε η Υπουργική Απόφαση 82063/2021 του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, η οποία εξειδικεύει τα στοιχεία που πρέπει να περιλαμβάνονται στην Πολιτική για την πρόληψη και καταπολέμηση της βίας και παρενόχλησης. Έτσι, πρέπει στην πολιτική να εντοπίζονται οι κίνδυνοι που συνδέονται με τη βία και παρενόχληση, να αναφέρονται οι κίνδυνοι που αφορούν τυχόν ειδικές ομάδες εργαζομένων, όπως είναι οι νυχτερινοί εργαζόμενοι και νεοπροσληφθέντες. Προτείνονται μέτρα για την πρόληψη και αντιμετώπιση των κινδύνων, όπως: προώθηση σεβασμού και συνεργασίας, ανοικτή επικοινωνία, διαδικασία αναφοράς περιστατικών, εκπαίδευση εργαζομένων, εγκατάσταση τεχνικών συστημάτων ασφαλείας, και καθοδήγηση θυμάτων βίας. Απαιτείται τακτική αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των μέτρων.

Η Υπουργική Απόφαση προβλέπει, επίσης, δράσεις ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης προσωπικού, με εκπαιδευτικά σεμινάρια και παροχή συμβουλών. Ο εργοδότης οφείλει να ενημερώνει τους εργαζομένους για τα δικαιώματά τους και να παρέχει εύκολη πρόσβαση στα στοιχεία των αρμόδιων αρχών, ενώ πρέπει να οριστεί πρόσωπο ?αναφοράς?, ως υπεύθυνος σύνδεσμος για καθοδήγηση και ενημέρωση των εργαζομένων σχετικά με τα ζητήματα βίας και παρενόχλησης.

Ως προς τη διαχείριση των εσωτερικών καταγγελιών, η πολιτική πρέπει να περιλαμβάνει:

  • Ασφαλείς διαύλους επικοινωνίας: Εύκολα προσβάσιμους τρόπους υποβολής καταγγελιών και σαφή καθορισμό υπευθύνων εντός της επιχείρησης για την παραλαβή και εξέτασή τους.
  • Έρευνα με αμεροληψία και προστασία προσωπικών δεδομένων: Διασφάλιση εμπιστευτικότητας και άμεση λήψη μέτρων προστασίας των θιγόμενων, με πρόσβαση στα απαραίτητα στοιχεία για τη διαπίστωση των γεγονότων.
  • Απαγόρευση αντιποίνων: Δέσμευση της επιχείρησης για προστασία του θιγόμενου από αντίποινα.
  • Συνέπειες παραβιάσεων: Προβλέψεις για κυρώσεις, όπως αλλαγές θέσεων ή ακόμη και λήξη της απασχόλησης του παραβάτη, για αποτροπή επανάληψης παρόμοιων περιστατικών.
  • Συνεργασία με αρμόδιες αρχές: Δέσμευση της επιχείρησης να παρέχει στοιχεία και να συνεργάζεται πλήρως με τις αρχές, εφόσον ζητηθεί.

Τέλος, στο αρ. 11 του Ν. 4808/2021 αναφέρεται ότι η πολιτική για την πρόληψη και την αντιμετώπιση της βίας και της παρενόχλησης και για τη διαχείριση σχετικών εσωτερικών καταγγελιών, αποτελεί ?αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων?. Ως εκ τούτου, η πολιτική πρέπει να ενσωματώνεται στον εκάστοτε Κανονισμό Εργασίας, καθώς και να αποτελεί διαπραγματευτικό αντικείμενο κατά την κατάρτιση Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας. Μάλιστα, ως προς τον Κανονισμό, αυτός θα πρέπει υποχρεωτικώς και όχι δυνητικά, να περιέχει προβλέψεις για πειθαρχικά παραπτώματα, πειθαρχική διαδικασία και πειθαρχικές ποινές στο πλαίσιο ή σε συνέχεια καταγγελιών για περιστατικά βίας και παρενόχλησης στην εργασία.

Δικαιώματα εργαζομένων - θυμάτων βίας και παρενόχλησης

Ο Ν. 4808/2021, επιδιώκοντας την αποτελεσματικότερη δυνατή προστασία των εργαζομένων που υφίστανται παρενοχλητικές συμπεριφορές, αναφέρει διεξόδικά τα δικαιώματα που έχουν οι εργαζόμενοι σε περίπτωση που υποστούν οιασδήποτε μορφής βίας ή παρενόχλησης, ανεξαρτήτως εργασιακού καθεστώτος. Η στόχευση για αποτελεσματική προστασία τονίζεται από τη νομοθετική πρόβλεψη ότι τα παρεχόμενα δικαιώματα ισχύουν ακόμη και αν λήξει η σύμβαση εργασίας. Τα βασικά δικαιώματα περιλαμβάνουν:

  • Δικαστική Προστασία: Οι εργαζόμενοι μπορούν να διεκδικήσουν αποζημίωση, να ζητήσουν άρση προσβολής της προσωπικότητάς τους και αποφυγή μελλοντικής προσβολής. Επίσης, μπορούν να επικαλεστούν την ακυρότητα καταχρηστικής καταγγελίας σύμβασης, καθώς και την απαγόρευση αντιποίνων για καταγγελίες βίας και παρενόχλησης.
  • Προσφυγή στην Επιθεώρηση Εργασίας (Σ.Ε.Π.Ε.): Οι εργαζόμενοι έχουν δικαίωμα να υποβάλλουν καταγγελίες στην Επιθεώρηση Εργασίας. Η Υπουργική Απόφαση Υ.Α. 101269/2021 διευκρινίζει τη διαδικασία, συμπεριλαμβάνοντας θέματα παράστασης και απόδειξης των καταγγελιών. Μάλιστα, στο Σ.Ε.Π.Ε. συστάθηκε αυτοτελές τμήμα για τη διαχείριση περιστατικών βίας και παρενόχλησης (αρ. 16 ν. 4808/2021), με καθήκοντα όπως η παρακολούθηση καταγγελιών, η σύνταξη ετήσιων εκθέσεων, η ενημέρωση περιφερειακών υπηρεσιών, και η διατήρηση μητρώου εργοδοτών με παραβάσεις.
  • Προσφυγή ενώπιον του Συνήγορου του Πολίτη: Με βάση τους νόμους 3896/2010 και 4443/2016, ο Συνήγορος παρακολουθεί την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών στην εργασία και παρέχει στήριξη σε περιστατικά παρενόχλησης. Με τον ν. 4808/2021, η αρμοδιότητά του επεκτείνεται και στην παρακολούθηση περιστατικών βίας και παρενόχλησης στην εργασία, ανεξαρτήτως διακρίσεων. 
  • Δικαίωμα καταγγελίας εντός της επιχείρησης: Κάθε εργαζόμενος έχει το δικαίωμα να καταγγείλει περιστατικό βίας ή παρενόχλησης, μέσω των διαύλων επικοινωνίας που έχει θεσπίσει ο εργοδότης και σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στην Πολιτική για την αποτροπή βίας και παρενόχλησης
  • Εξίσου, ίσως και περισσότερο, σημαντική και εξαιρετικά χρήσιμη στην πράξη είναι η δυνατότητα των σωματείων να παρεμβαίνουν ή να ασκούν στο όνομα του θύματος τις προσφυγές.

 Πέραν των προεκτεθέντων δικαιωμάτων, ένα νέο ειδικό δικαίωμα που εισάγει η παρ. 3 του αρ. 12 του Ν. 4808/2021, είναι το δικαίωμα του εργαζομένου να αποχωρήσει από τον εργασιακό χώρο για εύλογο χρόνο, χωρίς στέρηση μισθού ή άλλη δυσμενή συνέπεια, εφόσον κατά την εύλογη πεποίθησή του υφίσταται επικείμενος σοβαρός κίνδυνος για τη ζωή, την υγεία ή την ασφάλειά του. Αναφορικά με την έννοια του σοβαρού κινδύνου, διευκρινίζεται ότι αυτός υφίσταται ιδίως όταν δράστης της παρενοχλητικής συμπεριφοράς είναι ο εργοδότης, ή όταν ο τελευταίος παραλείπει να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για τον περιορισμό του δράστη όπως "η σύσταση συμμόρφωσης, η αλλαγή θέσης, ωραρίου, τόπου ή τρόπου παροχής εργασίας ή η καταγγελία της σχέσης απασχόλησης ή συνεργασίας με τον δράστη του περιστατικού βίας ή παρενόχλησης" (αρ. 12 παρ. 2). Εντούτοις, προϋπόθεση της παραδεκτής άσκησης του εν λόγω δικαιώματος είναι η προηγούμενη έγγραφη ενημέρωση του εργοδότη για το περιστατικό βίας και παρενόχλησης και για τα πραγματικά περιστατικά που αιτιολογούν την πεποίθηση του εργαζομένου ότι επίκειται σοβαρός κίνδυνος για τη ζωή την υγεία ή την ασφάλειά του.

Επιπλέον, και ανεξαρτήτως των προαναφερομένων, ένα εχθρικό εργασιακό περιβάλλον συνεπεία παρενοχλητικής συμπεριφοράς, μπορεί να αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας κατά την έννοια του άρθρου 7 Ν. 2111/1920. Σε αυτή τη περίπτωση ο εργαζόμενος έχει τις εξής δυνατότητες, παράλληλα, αλλά ανεξάρτητα από τις προβλέψεις του άρθρου 12 του Ν. 4808/2021:

  • να εμμείνει στην τήρηση της ήδη υπάρχουσας ατομικής σύμβασης εργασίας του, αξιώνοντας να απασχοληθεί και να προσφέρει τις υπηρεσίες του με τους πριν από την μεταβολή όρους εργασίας. Σε περίπτωση που ο εργοδότης εμμένει στην βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας και συνεχίζει να επιδεικνύει συμπεριφορές ικανές να αποτελέσουν παρενόχληση ή δεν λαμβάνει τα απαραίτητα για την άρση αυτής μέτρα, καθίσταται υπερήμερος δανειστής και οφείλει μισθούς υπερημερίας δυνάμει του 656 ΑΚ.
  • να θεωρήσει τη συμπεριφορά και τις ενέργειες του εργοδότη ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας από την πλευρά του τελευταίου και να αξιώσει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης δυνάμει του άρ. 7 Ν. 2111/1920, αξιώνοντας συγχρόνως αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης.
  • να καταγγείλει σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, θεωρώντας τη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του λόγω ηθικής παρενόχλησης, ως σπουδαίο λόγο.

Στην περίπτωση κατά την οποία δράστης της παρενοχλητικής συμπεριφοράς δεν είναι ο εργοδότης, αλλά τρίτο πρόσωπο, εργαζόμενο στο ίδιο περιβάλλον ή μη, ευθύνεται αυτοτελώς έναντι του θύματος, λόγω της προσβολής του δικαιώματός του στην προσωπικότητα ή λόγω προσβολής περιουσιακών αγαθών, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 57 επ., 914, 919, 920, 926, 928, 929 και 932 ΑΚ. Εν προκειμένω, πέραν του δράστη, θα ευθύνεται και ο εργοδότης, εφόσον υπάρχει σχέση ?πρόστησης?, συμβατικής ή αδικοπρακτικής. Επομένως, ευθύνη του εργοδότη θεμελιώνεται ακόμα και όταν δεν είναι ο ίδιος δράστης της παρενόχλησης, δυνάμει των άρθρων 334 ΑΚ και 922 ΑΚ, από κοινού με τον βοηθό εκπλήρωσης ή προστηθέντα του.

Ειδική μνεία πρέπει να γίνει στο άρθρο 15 του Ν. 4808/2021 περί του βάρους απόδειξης. Προκειμένου να αποφευχθεί να επιβαρυνθεί το θύμα με το βάρος της απόδειξης, διαδικασία που μπορεί να είναι ιδιαίτερα δυσχερής, αλά και να ενθαρρυνθούν τα θύματα να καταγγέλλουν περιστατικά βίας και παρενόχλησης, ο Ν. 4808/2021 προβλέπει μερική αντιστροφή του βάρους απόδειξης. Έτσι, το θύμα δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι υφίσταται παρενόχληση, αρκεί να επικαλεστεί ενώπιον του δικαστηρίου ή άλλης αρχής, γεγονότα ή στοιχεία που πιθανολογούν το παρενοχλητικό περιστατικό.

Δείτε την σχετική εγκύκλιο εδώ

 

Αλφαβητικό Ευρετήριο Εργασιακών Σχέσεων

Επιλέξτε το αντίστοιχο γράμμα από το θέμα που σας ενδιαφέρει (π.χ. Άδεια στο γράμμα Α, Επιδόματα στο Ε κτλ.) ή αναζητήστε το θέμα που σας ενδιαφέρει.