Σωματεία – Συνδικαλιστικές Οργανώσεις

Έννοια
 
Το σωματείο, σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία, είναι ένωση τουλάχιστον είκοσι προσώπων που επιδιώκει σκοπό μη κερδοσκοπικό και απέκτησε νομική προσωπικότητα, αφού εγγράφηκε σε ειδικό δημόσιο βιβλίο που τηρείται στο πρωτοδικείο της έδρας του. Τα σωματεία διέπονται από τις γενικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα (άρθρα 78-106).
 
Σωματεία είναι και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργαζομένων, δηλαδή οι ενώσεις 20 τουλάχιστον εργαζομένων που απασχολούνται με σχέση εξαρτημένης εργασίας στον ίδιο κλάδο της οικονομίας ή εργάζονται στον ίδιο εργοδότη. Οι οργανώσεις αυτές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 1264/1982, όπως αυτός τροποποιήθηκε και ισχύει και συμπληρωματικά από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα.
 
Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις μπορούν να διαμορφώνουν ελεύθερα τα καταστατικά τους, να οργανώνουν σύμφωνα με αυτά τη λειτουργία τους και να εκλέγουν ελεύθερα τα όργανα εκπροσώπησής τους. Ο εργοδότης δεν μπορεί να εμποδίσει την ελεύθερη άσκηση του δικαιώματος των εργαζομένων για την ίδρυση ή τη συμμετοχή τους στη συνδικαλιστική οργάνωση. Η συνδικαλιστική δράση απαγορεύεται να παρεμποδίζεται τόσο από τον εργοδότη, όσο και από το κράτος (άρθρο 14 Ν. 1264/1982).
 
Σημαντική εγγύηση για την ελεύθερη συνδικαλιστική δράση των συνδικάτων είναι η οικονομική τους αυτονομία. Γι’ αυτό και περιγράφονται ειδικά στο νόμο οι πόροι των συνδικαλιστικών οργανώσεων, αλλά και η απαγόρευση να δέχονται ενισχύσεις από εργοδότες, κόμματα ή άλλες πολιτικές οργανώσεις. Η περιουσία του σωματείου δεν μπορεί να κατασχεθεί. Η συνδικαλιστική οργάνωση δεν μπορεί να ασκεί κερδοσκοπική δραστηριότητα.
 
Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις διακρίνονται σε πρωτοβάθμιες, δευτεροβάθμιες και τριτοβάθμιες.
 
α) Πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις είναι:
αα) τα σωματεία,
ββ) τα τοπικά παραρτήματα συνδικαλιστικών οργανώσεων ευρύτερης περιφέρειας ή πανελλαδικής έκτασης, που προβλέπονται από τα καταστατικά τους και μόνο για το δικαίωμα να γίνουν μέλη του αντίστοιχου εργατικού κέντρου.
γγ) Οι ενώσεις προσώπων,
 
β) Δευτεροβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις είναι
αα) οι Ομοσπονδίες: ενώσεις δύο (2) τουλάχιστον σωματείων του ίδιου ή συναφών κλάδων οικονομικής δραστηριότητας ή του ίδιου ή συναφών επαγγελμάτων.
(ββ) τα Εργατικά Κέντρα: ενώσεις δύο (2) τουλάχιστον σωματείων και τοπικών παραρτημάτων που έχουν την έδρα τους μέσα στην περιφέρεια του αντίστοιχου Εργατικού Κέντρου ανεξάρτητα από τον τόπο απασχόλησης των μελών τους.
 
γ) Τριτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις (συνομοσπονδίες) είναι ενώσεις Ομοσπονδιών και Εργατικών Κέντρων. Τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση, κατά το Ν. 1264/1982, είναι η Γ.Σ.Ε.Ε., στην οποία υπάγονται ομοσπονδίες και εργατικά κέντρα που έχουν στη δύναμη τους σωματεία εργαζομένων με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα ή στο δημόσιο, ν.π.δ.δ. και Ο.Τ.Α.
ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΕΣ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ
 
Τα πρωτοβάθμια σωματεία διακρίνονται σε: ομοιοεπαγγελματικά, Κλαδικά, Επιχειρησιακά, καθώς και σε τοπικά, πανελλαδικά & τοπικά παραρτήματα.
Ομοιοεπαγγελματικά, είναι τα εργατικά σωματεία που είναι οργανωμένα με βάση το επάγγελμα που ασκεί ο μισθωτός π.χ σωματείο λογιστών, σωματείο οικοδόμων.

Κλαδικά, είναι τα εργατικά σωματεία που είναι οργανωμένα με βάση τον κλάδο οικονομικής δραστηριότητας στον οποίο ανήκει η επιχείρηση, όπου εργάζεται ο μισθωτός, π.χ. σωματείο εργαζομένων στη βιομηχανία τσιμέντου, στη χημική βιομηχανία, σωματεία τραπεζοϋπαλλήλων,

Επιχειρησιακά, είναι τα εργατικά σωματεία που είναι οργανωμένα με βάση την επιχείρηση ή εκμετάλλευση όπου εργάζεται ο μισθωτός π.χ. σωματείο εργαζομένων ΤΙΤΑΝ, σωματείο εργαζομένων Ναυπηγείων Ελευσίνας.

Τοπικά, είναι τα εργατικά σωματεία που είναι οργανωμένα με βάση το επάγγελμα ή τον κλάδο σε μία πόλη ή ένα νομό π.χ. σωματείο εμποροϋπαλλήλων Θεσσαλονίκης.

Πανελλαδικά, είναι τα εργατικά σωματεία που είναι οργανωμένα με βάση το επάγγελμα ή το κλάδο και έχουν πανελλαδική εμβέλεια π.χ Σύλλογος Τεχνικών Υπαλλήλων Ελλάδας.
 
Τοπικά παραρτήματα είναι οργανικά τμήματα ενός σωματείου και όχι αυτόνομες οργανώσεις με τοπική ή περιφερειακή εμβέλεια πχ τοπικό παράρτημα Συλλόγου Τεχνικών Υπαλλήλων Ελλάδας.

 
Τι είναι ενώσεις προσώπων
 
Οι ενώσεις προσώπων προβλέπονται από τις διατάξεις του Ν. 1264/1982, εντάσσονται μεν στις πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις, αλλά δεν έχουν νομική προσωπικότητα και ιδρύονται με συστατική πράξη που κατατίθεται στον γραμματέα του αρμόδιου Ειρηνοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η εκμετάλλευση και κοινοποιείται στον εργοδότη.
 
Για την ίδρυση συνδικαλιστικής ενώσεως προσώπων απαιτούνται σύμφωνα με τον Ν. 1264/1982 οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) ο συνολικός αριθμός των εργαζομένων της επιχείρησης να μην υπερβαίνει τους σαράντα (40)
β) να μην υπάρχει σωματείο με τους μισούς εργαζόμενους τουλάχιστον της επιχείρησης ως μέλη του
γ) μέλη της ένωσης να είναι 10 τουλάχιστον εργαζόμενοι.
δ) να μην υφίσταται ήδη άλλη ένωση προσώπων στην επιχείρηση. Αν η επιχείρηση έχει περισσότερες εκμεταλλεύσεις, τότε επιτρέπεται η ίδρυση μίας μόνο ενώσεως προσώπων για όλη την επιχείρηση με τις περισσότερες εκμεταλλεύσεις, ενώ το ανώτατο όριο των 40 εργαζομένων υπολογίζεται επί του συνόλου των εκμεταλλεύσεων της επιχείρησης.
ε) η ιδρυτική πράξη της ένωσης προσώπων θα πρέπει να αναφέρει απαραίτητα το σκοπό της, δύο εκπροσώπους της και τη διάρκειά της που δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες
 
Με τις αλλαγές που εισήχθησαν με το άρθρο 37 του Ν.4024/2011, το οποίο τροποποίησε το άρθρο 3 του Ν. 1876/1990, σχετικά με την ικανότητα σύναψης επιχειρησιακής Σ.Σ.Ε., η ένωση προσώπων ιδρύεται πλέον ανεξάρτητα από τον αριθμό των εργαζομένων (από δύο και πάνω) στην επιχείρηση ή εκμετάλλευση, χωρίς η διάρκειά της να έχει χρονικό περιορισμό, ανεξάρτητα από την κατηγορία, τη θέση ή την ειδικότητά τους στην επιχείρηση και να συμμετέχουν οπωσδήποτε τα 3/5 των εργαζομένων, δηλ. στους 10 εργαζόμενους στη Ένωση Προσώπων να συμμετέχουν τουλάχιστον οι 6, στους 20 οι 12, στους 25 οι 15 κ.ο.κ. Εάν μετά τη σύσταση της Ένωσης Προσώπων για το σκοπό κατάρτισης της Επιχειρησιακής ΣΣΕ, πάψει να συντρέχει η προϋπόθεση της συμμετοχής των 3/5 των εργαζομένων στην επιχείρηση, η Ένωση Προσώπων διαλύεται χωρίς άλλη διατύπωση. Για τα λοιπά θέματα που αφορούν την ένωση προσώπων εξακολουθεί να εφαρμόζεται η περίπτωση γγ` του εδαφίου α` της παραγράφου 3 του άρθρου 1 του ν. 1264/1982.
 
Προϋποθέσεις ίδρυσης της συνδικαλιστικής οργάνωσης
 
Για να ιδρυθεί μια Πρωτοβάθμια Συνδικαλιστική Οργάνωση και να αποκτήσει νομική προσωπικότητα που είναι απαραίτητη και αναγκαία κύρια για τη νομιμότητα της συλλογικής της δράσης, απαιτούνται να γίνουν οι παρακάτω ενέργειες:

1. Είκοσι τουλάχιστον μισθωτοί που ασκούν το επάγγελμα ή τα επαγγέλματα ή απασχολούνται στον ίδιο κλάδο της οικονομίας ή εργάζονται στον ίδιο εργοδότη αποφασίζουν την ίδρυση της συνδικαλιστικής οργάνωσης. Τα είκοσι αυτά άτομα ονομάζονται ιδρυτικά μέλη.
Τα ιδρυτικά μέλη του εργατικού σωματείου θα πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις που απαιτεί ο ν.1264/82 (άρθρο 7παρ.1), δηλαδή, να έχουν συμπληρώσει δίμηνο μέσα στον τελευταίο χρόνο στην επιχείρηση ή εκμετάλλευση ή τον κλάδο απασχόλησής τους. Ιδρυτικά μέλη εργατικών σωματείων μπορούν επίσης να είναι, αλλοδαποί και ανήλικοι εργαζόμενοι, εφ' όσον εργάζονται νόμιμα (ν.1264/82 άρθρο 1 αριθμ.12,άρθρο 7 παρ.1 εδ. 2).

Η σύμπραξη των 20 τουλάχιστον μισθωτών γίνεται με ιδρυτική πράξη. Η ιδρυτική πράξη περιέχει την απόφαση των ιδρυτικών μελών να ιδρύσουν εργατικό σωματείο ακολουθώντας τη διαδικασία που προβλέπει ο νόμος και να υπαχθούν στις διατάξεις του καταστατικού.
 
2. Να εκλεγεί απ' τα ιδρυτικά μέλη 5μελές προσωρινό Διοικητικό Συμβούλιο, με μυστική ψηφοφορία χωρίς την παρουσία δικαστικού αντιπροσώπου.
 
3. Με πρωτοβουλία του προσωρινού Δ.Σ. να συνταχθεί ένα σχέδιο καταστατικού, το οποίο έρχεται στη Γενική Συνέλευση των Ιδρυτικών Μελών για να συζητηθεί, να γίνουν διάφορες προτάσεις και να εγκριθεί το καταστατικό που δέχεται η πλειοψηφία, μετά από ψηφοφορία. Στο τέλος υπογράφεται αυτό απ' όλα τα μέλη. Το καταστατικό πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που ορίζει το άρθρο 80 του Α.Κ, ειδικότερα με τους όρους εισόδου των μελών, επίσης πρέπει να ορίζει το επάγγελμα που πρέπει να ασκεί ο μισθωτός, την επιχείρηση, ή την εκμετάλλευση στην οποία πρέπει να απασχολείται ο μισθωτός για να γίνει μέλος του εργατικού σωματείου. Επίσης το καταστατικό πέρα από υποχρεωτικά θέματα που ορίζει ο νόμος, μπορεί να ρυθμίζει και άλλα θέματα που αναφέρονται στην εσωτερική οργάνωση, λειτουργία και δράση του εργατικού σωματείου.
 
Το καταστατικό της συνδικαλιστικής οργάνωσης
 
Για κάθε συνδικαλιστική Οργάνωση απαραίτητο για τη λειτουργία της είναι, η ύπαρξη του καταστατικού, το οποίο με το σύνολο των διατάξεών του ρυθμίζει τη λειτουργία της.

Το καταστατικό κάθε συνδικαλιστικής οργάνωσης, καθορίζεται ελεύθερα απ' τα μέλη του, σύμφωνα όμως με τη νομοθεσία που επιβάλει την αναφορά ορισμένων απαραίτητων στοιχείων για την έγκρισή του απ' το δικαστήριο.
Τα στοιχεία αυτά αναφέρονται αναλυτικά στο σχέδιο καταστατικού που ακολουθεί και περιληπτικά είναι:
1. Η επωνυμία της Συνδικαλιστικής Οργάνωσης. Αυτή πρέπει να είναι σύντομη και ευμνημόνευτη γιατί θα αναφέρεται και θα υπάρχει στο μικρό χώρο της σφραγίδας.
2. Η έδρα της συνδικαλιστικής οργάνωσης, βάσει της οποίας ρυθμίζεται η εγγραφή σε Εργατικό Κέντρο κλπ.
3.Οι σκοποί της Συνδικαλιστικής Οργάνωσης, οι οποίοι καθορίζονται υποχρεωτικά απ' το άρθρο 4 του ν. 1264/1982.
4. Οι πόροι της, οι οποίοι καθορίζονται απ' το άρθρο 5 του 1264/1982, δηλαδή α) τα δικαιώματα εγγραφής, οι συνδικαλιστικές εισφορές και οι εθελοντικές εισφορές των μελών τους, β) τα εισοδήματα από την αξιοποίηση της περιουσίας τους και τα έσοδα δωρεών, κληρονομιών, κληροδοσιών, εκδηλώσεων και εορτών, γ) η επιχορήγηση από τον πρώην Ο.Ε.Ε. για την κάλυψη λειτουργικών δαπανών της.
5. Ποιοι εργαζόμενοι μπορούν να είναι μέλη της, σύμφωνα με το άρθρο 7 του ν.1264/1982, οι όροι εισόδου, εξόδου και αποβολής από τη Συνδικαλιστική Οργάνωση, καθώς και τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μελών.
6. Οι όροι με βάση τους οποίους συγκαλείται, συνεδριάζει και αποφασίζει η Γενική Συνέλευση των μελών της Συνδικαλιστικής Οργάνωσης, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο άρθρο 8 του ν.1264/82.
7. Τα όργανα διοίκησης και αντιπροσώπευσης της Συνδικαλιστικής Οργάνωσης, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο άρθρο 9 του ν.1264/82.
8. Οι εκλογικές διαδικασίες της συνδικαλιστικής οργάνωσης για την ανάδειξη νέων οργάνων διοίκησης και αντιπροσώπευσης στις Δευτεροβάθμιες Συνδικαλιστικές Οργανώσεις (Εργατικό Κέντρο - Ομοσπονδία) σύμφωνα και υποχρεωτικά με τα άρθρα 10,11,12, και 13 του κεφαλαίου Δ του ν.1264/82.
9. Τα σχετικά με τα οικονομικά στοιχεία (προϋπολογισμό - οικονομικό απολογισμό - Έκθεση Ελεγκτικής Επιτροπής) και την έγκρισή τους απ τη Γενική Συνέλευση των μελών της Οργάνωσης.
10. Οι όροι για την τροποποίηση του καταστατικού της Οργάνωσης.
11. Τα καθήκοντα κάθε μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου και οι αρμοδιότητες τους, καθώς και
12. Οι όροι διάλυσης της Συνδικαλιστικής Οργάνωσης.

Βιβλία των συνδικαλιστικών οργανώσεων
 
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 1264/82, οι Συνδικαλιστικές οργανώσεις πρέπει απαραίτητα να τηρούν ορισμένα βιβλία, τα οποία αριθμούνται σε κάθε σελίδα και θεωρούνται απ' το γραμματέα του Πρωτοδικείου της έδρας τους, πριν αρχίσουν να χρησιμοποιούνται. Τα βιβλία αυτά είναι:

α) Μητρώο μελών, όπου αναγράφονται αριθμημένα το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα, η διεύθυνση κατοικίας, ο αριθμός δελτίου ταυτότητας, ο αριθμός του ασφαλιστικού βιβλιαρίου υγείας, το ταμείο ασφάλισης και οι χρονολογίες εγγραφής και διαγραφής κάθε μέλους.
β) Βιβλίο πρακτικών συνεδριάσεων Γενικών Συνελεύσεων των μελών.
γ) Βιβλίο πρακτικών συνεδριάσεων διοίκησης.
δ) Βιβλίο Ταμείου όπου καταχωρούνται κατά χρονολογική σειρά όλες οι εισπράξεις και πληρωμές.
ε) Βιβλίο Περιουσίας όπου καταγράφονται όλα τα κινητά και ακίνητα περιουσιακά στοιχεία της οργάνωσης.
στ) Γραμμάτια εισπράξεων που αριθμούνται και θεωρούνται από την Ελεγκτική Επιτροπή, πριν τη χρησιμοποίησή τους.
Τα μέλη της οργάνωσης και όποιος άλλος έχει έννομο συμφέρον έχουν δικαίωμα να πληροφορούνται τα παραπάνω στοιχεία.
Η μη τήρηση ή μη σύννομη τήρηση των βιβλίων αποτελεί για το Διοικητικό συμβούλιο σοβαρή παράβαση καθήκοντος.

Μέλη Σωματείου
 
Tο άρθρο 7 παρ.1 του ν.1264/82 θέτει περιορισμούς στην εσωτερική αυτονομία των συνδικαλιστικών οργανώσεων ορίζοντας ότι ένας εργαζόμενος για να γίνει μέλος μιας οργάνωσης πρέπει να έχει συμπληρώσει ένα δίμηνο μέσα στον τελευταίο χρόνο στην επιχείρηση ή εκμετάλλευση ή τον κλάδο απασχόλησής του εφ' όσον έχει τις νόμιμες προϋποθέσεις των καταστατικών τους. Κατά την έννοια του νόμου ως εργαζόμενοι νοούνται όσοι απασχολούνται με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι εργαζόμενοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, στα ν.π.δ.δ. και στους ΟΤΑ. Ανήλικοι μπορούν να συμμετάσχουν μόνο εφόσον έχουν τη νόμιμη ηλικία για εργασία (άνω των 15 ετών και μόνο με άδεια από τις αρχές), ενώ μπορούν να συμμετάσχουν και αλλοδαποί, εφόσον έχουν άδεια παραμονής και εργασίας στην Ελλάδα.
 
Απαγορεύεται από το νόμο η διάκριση λόγω φύλου, εθνοτικής ή φυλετικής καταγωγής, αναπηρίας, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων και γενετήσιου προσανατολισμού για την εγγραφή στις συνδικαλιστικές οργανώσεις. Η άρνηση της συνδικαλιστικής οργάνωσης για εγγραφή μέλους ελέγχεται δικαστικά.
 
Το ίδιο άρθρο απαγορεύει την πολλαπλή συμμετοχή σε επαγγελματικά σωματεία. Κάθε εργαζόμενος επιτρέπεται, να συμμετέχει σε δύο το πολύ πρωτοβάθμια σωματεία: ένα επιχειρησιακό και ένα κλαδικό ή ομοιοεπαγγελματικό. Επομένως απαγορεύεται απ' το νόμο η συμμετοχή σε δύο επιχειρησιακά σωματεία ή σε δύο σωματεία εργαζομένων του αυτού επαγγέλματος ή κλάδου.
 
Διαγραφή μέλους συνδικαλιστικής οργάνωσης
 
Αν δεν ορίζει διαφορετικά το καταστατικό, διαγράφεται από την συνδικαλιστική οργάνωση το μέλος:
1) που δεν πήρε μέρος στις δύο τελευταίες εκλογές για τη διοίκηση του σωματείου, χωρίς να συντρέχει ανώτερη βία,
2) που έχει πάψει με τη θέλησή του να απασχολείται στην επιχείρηση ή στον επαγγελματικό κλάδο απασχόλησής του, για διάστημα έξι μηνών εκτός εάν τούτο οφείλεται στην εκλογή του στο Κοινοβούλιο ή την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Ο εργαζόμενος που σταμάτησε να εργάζεται στην επιχείρηση, από πρωτοβουλία του εργοδότη (απόλυση), δεν χάνει την ιδιότητα του μέλους της συνδικαλιστικής οργάνωσης.
3) απέκτησε την ιδιότητα του εργοδότη.
 
Επίσης το καταστατικό του σωματείου μπορεί να ρυθμίσει ειδικότερα την εφαρμογή των λόγων διαγραφής του άρθρου 7 παρ.1, προβλέποντας π.χ. κάποιο όργανο, στο οποίο θα έχει τη δυνατότητα να προσφύγει το αυτοδίκαια διαγραφόμενο μέλος. Αντίθετα το καταστατικό δεν επιτρέπεται να καταργήσει ή να ρυθμίσει προς επιεικέστερο τους λόγους διαγραφής του άρθρου 7 παρ.1 του ν.1264/82, απαιτώντας π.χ. εγκατάλειψη του επαγγέλματος για δύο χρόνια αντί για έξι μήνες που ορίζει ο ν.1264.

Διάλυση Σωματείου
 
Το σωματείο διαλύεται μόνο με δικαστική απόφαση όταν:
1. Το αποφασίσει η Γενική Συνέλευση, σύμφωνα με το καταστατικό του σωματείου.
2. Τα μέλη μείνουν λιγότερα από δέκα
3. Διαπιστωθεί παράβαση νόμου ή ουσιώδους διάταξης του καταστατικού του.

Συνελεύσεις μελών Σωματείου-Απαρτία
 
Η Συνέλευση των μελών είναι το ανώτατο όργανο της συνδικαλιστικής οργάνωσης και αποφασίζει για κάθε θέμα που δεν υπάγεται στην αρμοδιότητα άλλου οργάνου, ισχύει επομένως από το νόμο ένα τεκμήριο αρμοδιότητας για τη συνέλευση. Η συνέλευση έχει αποκλειστική αρμοδιότητα για ορισμένα θέματα, π.χ. μεταβολή του σκοπού (άρθρο 100 ΑΚ), τροποποίηση του καταστατικού και διάλυση της συνδικαλιστικής οργάνωσης (άρθρο 99,103 Α.Κ).

Επίσης αποκλειστική αρμοδιότητα έχει η συνέλευση να εκλέγει τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, της ελεγκτικής επιτροπής και τους αντιπροσώπους σε δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια οργάνωση (άρθρα 8 παρ.3, 9 παρ.2 και 3 ν.1264/82), να αποφασίζει αν η αντιπροσώπευση της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης στην τριτοβάθμια θα γίνει δια μέσου του εργατικού κέντρου ή της Ομοσπονδίας ( άρθρο 10 παρ.2 εδάφ β ν.1264/82), να αποφασίζει την άμεση εφαρμογή της απλής αναλογικής σύμφωνα με το άρθρο 26 ν. 1264/82, να αποφασίζει την κήρυξη απεργίας στις πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις με εξαίρεση τις πρωτοβάθμιες οργανώσεις ευρύτερης περιφέρειας ή πανελλαδικής έκτασης (άρθρο 20 ν.1264).

Τέλος η Συνέλευση έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να εποπτεύει και να ελέγχει τα όργανα της συνδικαλιστικής οργάνωσης, να παύει τα όργανα διοικήσεως, εφ' όσον αυτό υπαγορεύεται από σπουδαίο λόγο.
 
Η Γενική Συνέλευση συγκαλείται κατά τους όρους των άρθρων 95 και 96 του Α.Κ. και αποφασίζει για όλα τα θέματα που αφορούν την οργάνωση εκτός αν κατά το καταστατικό υπάγονται στην αρμοδιότητα άλλου οργάνου της.
Η Γενική Συνέλευση συγκαλείται από το Διοικητικό συμβούλιο της συνδικαλιστικής οργάνωσης που έχει συγκροτηθεί νόμιμα. Το καταστατικό καθορίζει υποχρεωτικά τους όρους, υπό τους οποίους συγκαλείται , συνεδριάζει και αποφασίζει η Γεν. Συνέλευση.

Το καταστατικό προβλέπει συνήθως τακτικές και έκτακτες γενικές συνελεύσεις και καθορίζει τον τρόπο προσκλήσεως, καθώς και την προθεσμία που πρέπει να τηρείται για πρόσκληση των μελών πριν από την ημερομηνία της Γενικής Συνελεύσεως. Αν το καταστατικό δεν περιέχει σχετικές διατάξεις, τότε η διοίκηση της συνδικαλιστικής οργάνωσης πρέπει να προσκαλεί τα μέλη κατά τον τρόπο που επιβάλλουν οι επιτόπιες συνήθειες και η καλή πίστη.
 
Υπολογισμός της Απαρτίας. Το ποσοστό απαρτίας υπολογίζεται με βάση τον αριθμό των μελών που είναι οικονομικά τακτοποιημένα (άρθρο 8 παρ.2 ν.1264) και έχουν δικαίωμα ψήφου. Μπορεί το καταστατικό ελεύθερα να καθορίζει τα ποσοστά απαρτίας. Δεν είναι κατά τη γνώμη μας, έγκυρη διάταξη του καταστατικού, κατά την οποία για τον υπολογισμό του ποσοστού απαρτίας συναριθμούνται και τα μη τακτοποιημένα οικονομικά μέλη. Για την απαρτία συναριθμούνται και τα παρόντα μέλη που δεν συμμετέχουν στην ψηφοφορία. Η απαρτία πρέπει να υπάρχει όχι μόνο κατά την έναρξη της συνεδρίασης της Γενικής Συνέλευσης αλλά και κατά τη διάρκειά της. Αν λοιπόν δεν υπάρχει απαρτία κατά τη διάρκεια της Συνελεύσεως ή της ψηφοφορίας δεν είναι νόμιμη η λήψη της αποφάσεως.
 
Με την επιφύλαξη των άρθρων 99 και 100 του Α.Κ. όπως και κάθε άλλης διάταξης με την οποία προβλέπεται ειδική απαρτία και εφ' όσον το καταστατικό δεν ορίζει διαφορετικά, για να γίνει συζήτηση και για να ληφθεί απόφαση κατά τις Συνελεύσεις απαιτείται η παρουσία τουλάχιστον του (1/3) των οικονομικά τακτοποιημένων μελών, (άρθρο 8 παρ.2 ν.1264/82). Αν δεν υπάρχει απαρτία κατά την πρώτη συζήτηση συγκαλείται νέα συνέλευση μέσα σε δύο (2) μέχρι δεκαπέντε (15) μέρες κατά την οποία απαιτείται η παρουσία τουλάχιστον του ενός τετάρτου (1/4) των οικονομικά τακτοποιημένων μελών. Εάν δεν υπάρξει απαρτία κατά τη δεύτερη συνέλευση συγκαλείται μέσα σε δύο (2) μέχρι δεκαπέντε (15) μέρες τρίτη κατά την οποία είναι αρκετή η παρουσία του ενός πέμπτου (1/5) των οικονομικά τακτοποιημένων μελών.
 
Με το άρθρο 211 του Ν. 4512/2018 προστέθηκε στο άρθρο 8 του Ν. 1264/21982 ειδική απαρτία για τη συζήτηση και λήψη απόφασης για την κήρυξη απεργίας και συγκεκριμένα πλέον απαιτείται η παρουσία τουλάχστιον του ½ των οικονομικά τακτοποιημένων μελών.
 
Απαγορεύεται η συμμετοχή στις Συνελεύσεις και στις ψηφοφορίες με οποιουδήποτε είδους εξουσιοδότηση.

Ειδικές απαρτίες. Προκειμένου η Γεν. Συνέλευση να αποφασίσει την τροποποίηση καταστατικού ή τη διάλυση του σωματείου απαιτείται παρουσία του ½ των μελών (άρθρο 99 ΑΚ). Για τη μεταβολή του σκοπού της συνδικαλιστικής οργάνωσης καθώς και για την απονομή ή αφαίρεση ιδιαίτερων δικαιωμάτων σε ορισμένα μέλη απαιτείται παμψηφία, δηλαδή η παρουσία όλων των μελών, εκτός αν υπάρχει γραπτή συναίνεση των απόντων.
 
Λήψη αποφάσεων. Η Γενική Συνέλευση αποφασίζει πάντοτε με ψηφοφορία, ποτέ όμως δια βοής. Είναι μυστική κάθε ψηφοφορία που αναφέρεται σε εκλογές Διοικητικού Συμβουλίου, ελεγκτικής και εφορευτικής επιτροπής και αντιπροσώπων σε δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια οργάνωση, επιλογή δευτεροβάθμιας οργάνωσης για αντιπροσώπευση στην τριτοβάθμια, θέματα εμπιστοσύνης προς τη διοίκηση, έγκριση λογοδοσίας, προσωπικά ζητήματα και κήρυξη απεργίας.
Οι αποφάσεις της Συνέλευσης, αν δεν ορίζεται διαφορετικά στο καταστατικό, λαμβάνονται με σχετική πλειοψηφία των παρόντων.
Σε κάθε περίπτωση μυστικής ψηφοφορίας, αν για την απαρτία της Συνέλευσης είναι αρκετή η παρουσία ως και του ενός τετάρτου (1/4) των μελών, είναι δε παρόντα τόσα μέλη όσα να καλύπτουν τον ελάχιστο αυτό αριθμό, απαιτείται πλειοψηφία των τριών τετάρτων (3/4) των παρόντων.
Απόφαση Συνέλευσης, μπορεί να ακυρωθεί αν στη Συνέλευση παραβρέθηκαν πρόσωπα που δεν ήταν μέλη της συνδικαλιστικής οργάνωσης και η παρουσία τους μπορούσε να επηρεάσει το αποτέλεσμα.
Αίτηση για την αναγνώριση ακυρότητας απόφασης Συνέλευσης υποβάλλεται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριάντα (30) ημερών από τη λήξη της Συνέλευσης στο Μονομελές Πρωτοδικείο της περιφέρειας που εδρεύει η συνδικαλιστική οργάνωση.
Η σχετική αίτηση πρέπει να υποβάλλεται για τις πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις από το 1/50 τουλάχιστον των οικονομικά τακτοποιημένων μελών και για τις λοιπές, αποκλειστικά από οποιαδήποτε συνδικαλιστική οργάνωση που μετέχει, οικονομικά τακτοποιημένη, κατά τη συζήτηση της αίτησης.
 Η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου υπόκειται σε έφεση, η οποία πρέπει ασκηθεί μέσα σε δέκα μέρες από την επίδοσή της.
 
Εκλογές Σωματείου
 
Οι εργαζόμενοι, μέλη των πρωτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων, εκλέγουν τα Διοικητικά συμβούλια και τις ελεγκτικές επιτροπές και αντιπροσώπους στις δευτεροβάθμιες οργανώσεις και εκλέγονται επίσης εφόσον έχουν εκπληρώσει τις οικονομικές υποχρεώσεις, που προβλέπονται απ' τα καταστατικά τους.
Τα μέλη των πρωτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων δικαιούνται να ψηφίσουν αντιπροσώπους, μόνο για μια Ομοσπονδία και ένα Εργατικό Κέντρο. Αν ανήκουν σε δύο οργανώσεις επιλέγουν τη μία απ' αυτές, για να ασκήσουν το δικαίωμά τους αυτό, με δήλωσή τους προς τον πρόεδρο της εφορευτικής επιτροπής των εκλογών.
Δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι, κατά το νόμο, έχουν τα μέλη της συνδικαλιστικής οργάνωσης που έχουν εκπληρώσει τις οικονομικές υποχρεώσεις που προβλέπει το καταστατικό. Δεν έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι , οι συνταξιούχοι γιατί δεν μπορούν να είναι μέλη συνδικαλιστικών οργανώσεων. Εξαιρούνται μόνο οι συνταξιούχοι που είναι μέλη συνδικαλιστικών οργανώσεων των δημοσιογράφων (βλ. άρθρο 14, αριθμ. 10 Ν. 1264/1982).
 
Δικαστικός αντιπρόσωπος.
 Οι εκλογές στις συνδικαλιστικές οργανώσεις διενεργούνται από εφορευτική επιτροπή, της οποίας προεδρεύει ο δικαστικός αντιπρόσωπος, εκτός αν πρόκειται για εκλογές σωματείων που έχουν την έδρα τους εκτός έδρας του ειρηνοδικείου και ο αριθμός των μελών τους δεν υπερβαίνει τους (50) πενήντα.
Δικαστικός αντιπρόσωπος ορίζεται δικηγόρος με επαγγελματική εμπειρία τουλάχιστον τεσσάρων (4) ετών, εφόσον πρόκειται για δευτεροβάθμιες και τριτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις. Ο δικαστικός αντιπρόσωπος ορίζεται με αίτηση της οργάνωσης από τον Δικηγορικό Σύλλογο της έδρας της. Εφόσον πρόκειται για σωματεία που έχουν την έδρα τους εντός της Περιφέρειας του Δικηγορικού Συλλόγου, δικαστικός αντιπρόσωπος ορίζεται δικηγόρος του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου (άρθρο 52 παρ. 1 του Ν. 4446/2016).

Εφορευτική Επιτροπή


Οι εκλογές για τα όργανα των συνδικαλιστικών οργανώσεων διεξάγονται από εφορευτική επιτροπή. Ο αριθμός των μελών της και η διαδικασία εκλογής τους ορίζεται από το καταστατικό και προεδρεύεται από το δικαστικό αντιπρόσωπο.
Κατά την διαδικασία εκλογής της Εφορευτικής Επιτροπής παραβρίσκεται υποχρεωτικά Δικαστικός αντιπρόσωπος. Εκλογή Εφορευτικής Επιτροπής που γίνεται χωρίς Δικαστικό Αντιπρόσωπο είναι άκυρη καθώς και οι αρχεραισίες που θα διξάγει αυτή η Εφορευτική Επιτροπή.

Διεξαγωγή εκλογών
Οι εκλογές διεξάγονται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από το καταστατικό της οργάνωσης, πάντοτε υπό την προϋπόθεση τήρησης του άρθρου 11 του Ν. 1264/1982.

Συγκρότηση και εκλογή της εφορευτικής επιτροπής. Οι εκλογές για τα όργανα των συνδικαλιστικών οργανώσεων διεξάγονται υποχρεωτικά από εφορευτική επιτροπή. Το καταστατικό της συνδικαλιστικής οργάνωσης καθορίζει τη σύνθεση της εφορευτικής επιτροπής, η οποία πρέπει να είναι πολυμελής. Αν το καταστατικό δεν ρυθμίζει τον αριθμό των μελών της εφορευτικής επιτροπής, τότε για το ζήτημα αυτό αποφασίζει η Γενική Συνέλευση. Η εκλογή της εφορευτικής επιτροπής γίνεται με μυστική ψηφοφορία.
Έργο της Εφορευτικής Επιτροπής-λήψη αποφάσεων. Έργο της εφορευτικής επιτροπής είναι η διεξαγωγή των εκλογών σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου και του καταστατικού. Κατά τη διάρκεια των εκλογών η εφορευτική επιτροπή αποφασίζει για όλα τα θέματα που προκύπτουν καθώς και για τις ενστάσεις που υποβάλλονται. Αν το καταστατικό δεν περιέχει διαφορετική ρύθμιση οι αποφάσεις της εφορευτικής επιτροπής λαμβάνονται με σχετική πλειοψηφία.
 
Σύστημα εκλογών
 
Η εκλογή των οργάνων της συνδικαλιστικής οργάνωσης γίνεται με το σύστημα της απλής αναλογικής.
Οι έδρες του Διοικητικού Συμβουλίου της Ελεγκτικής Επιτροπής και ο αριθμός των αντιπροσώπων κατανέμονται μεταξύ των συνδυασμών και των χωριστών υποψηφίων ανάλογα με την εκλογική τους δύναμη. Το σύνολο των έγκυρων ψηφοδελτίων διαιρείται με τον αριθμό των εδρών του Διοικητικού Συμβουλίου ή της Ελεγκτικής Επιτροπής ή με τον αριθμό των αντιπροσώπων που εκλέγονται. Το πηλίκο αυτής της διαίρεσης, παραλειπομένου του κλάσματος, αποτελεί το εκλογικό μέτρο. Κάθε συνδυασμός καταλαμβάνει τόσες έδρες στο Διοικητικό Συμβούλιο ή την Ελεγκτική Επιτροπή και εκλέγει τόσους αντιπροσώπους όσες φορές χωρεί το εκλογικό μέτρο στον αριθμό των έγκυρων ψηφοδελτίων που έλαβε.
Χωριστός υποψήφιος που έλαβε τον ίδιο ή μεγαλύτερο αριθμό ψήφων από το εκλογικό μέτρο καταλαμβάνει μία έδρα στο όργανο για το οποίο είχε θέσει υποψηφιότητα ή εκλέγεται αντιπρόσωπος εφόσον ήταν υποψήφιος για τη θέση αυτή.
Συνδυασμός που περιλαμβάνει υποψηφίους λιγότερους από τις έδρες που του ανήκουν, καταλαμβάνει τόσες μόνο έδρες ή εκλέγει τόσους μόνο αντιπροσώπους, όσοι είναι και οι υποψήφιοί του.
Οι έδρες που μένουν αδιάθετες και ο αριθμός των αντιπροσώπων που δεν καλύπτεται σύμφωνα με τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων κατανέμονται από μία στους συνδυασμούς εκείνους που έχουν καταλάβει τουλάχιστον μία έδρα ή έχουν εκλέξει έναν αντιπρόσωπο και οι οποίοι συγκεντρώνουν υπόλοιπο ψηφοδελτίων μεγαλύτερο από το 1/3 του εκλογικού μέτρου και που πλησιάζουν περισσότερο το εκλογικό μέτρο. Οι έδρες που μένουν αδιάθετες ή ο αριθμός των αντιπροσώπων που δεν καλύπτεται και μετά την εφαρμογή των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου κατανέμονται μεταξύ των συνδυασμών που έχουν το μεγαλύτερο υπόλοιπο ψηφοδελτίων από μία έδρα ή από έναν αντιπρόσωπο. Σε περίπτωση ισοδυναμίας γίνεται κλήρωση.
 
ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ - ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΔΙΑΛΟΓΗΣ

Η ψηφοφορία γίνεται πάντοτε με την επίδειξη της αστυνομικής ταυτότητας ή άλλου δημόσιου εγγράφου και του ασφαλιστικού βιβλιαρίου υγείας (άρθρο 3 παρ.1 εδ.αν.1264).. Πριν τη ψηφοφορία για την εκλογή αντιπροσώπων στο εργατικό κέντρο ή ομοσπονδία ο δικαστικός αντιπρόσωπος ρωτά τον εργαζόμενο αν είναι μέλος και άλλης πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης που ανήκει στην άλλη ομοσπονδία (ή στο ίδιο ή άλλο εργατικό κέντρο). Σε καταφατική περίπτωση καλεί ο δικαστικός αντιπρόσωπος τον εργαζόμενο να επιλέξει τη μία πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση για να ασκήσει το δικαίωμα εκλογής αντιπροσώπων.
 
Ο δικαστικός αντιπρόσωπος προεδρεύει της εφορευτικής επιτροπής στη λήψη όλων των αποφάσεων σχετικά με τις εκλογές και την ανακήρυξη των επιτυχόντων. Η εφορευτική επιτροπή τηρεί το πρωτόκολλο ψηφοφορίας και πρακτικά διαλογής των ψηφοδελτίων και ανακηρύξεως των επιτυχόντων.

Δημοσιότητα των πρακτικών. Τα παραπάνω πρακτικά μαζί με το πρωτόκολλο ψηφοφορίας και το απόσπασμα πρακτικών σχετικά με την απόφαση της Γεν. Συνέλευσης που προβλέπει το άρθρο 10 παρ.2β ν. 1264, παραδίνονται από τον δικαστικό αντιπρόσωπο στο γραμματέα του αρμόδιου πρωτοδικείου και φυλάσσονται στο φάκελο της οικείας συνδικαλιστικής οργάνωσης.
Η εφορευτική επιτροπή παραδίνει τα πρακτικά και όλα τα σχετικά με τις εκλογές έγγραφα καθώς και τα ψηφοδέλτια στο νέο Διοικητικό συμβούλιο. Το Διοικητικό συμβούλιο είναι υποχρεωμένο να φυλάσσει τα ψηφοδέλτια για ένα ελάχιστο χρονικό διάστημα, ώστε να παραμένει δυνατός ο δικαστικός τους έλεγχος σε περίπτωση προσβολής των εκλογών . Η άμεση καταστροφή των ψηφοδελτίων καθιστά αδύνατο το δικαστικό έλεγχο και για το λόγο αυτό καθιστά ακυρώσιμες τις εκλογές.

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Η διοίκηση, δηλ. η εκτέλεση, επιμέλεια και διεύθυνση των υποθέσεων της συνδικαλιστικής οργάνωσης ασκείται από το Διοικητικό συμβούλιο. Το Διοικητικό συμβούλιο είναι, επομένως το μόνιμο εκτελεστικό όργανο της συνδικαλιστικής οργάνωσης που διαχειρίζεται όλες τις υποθέσεις της και την εκπροσωπεί δικαστικώς και εξωδίκως (άρθρο 67 Α.Κ.).
 
Το Διοικητικό Συμβούλιο της συνδικαλιστικής οργάνωσης συγκροτείται όπως ορίζει το καταστατικό. Οι ιδιότητες του Προέδρου, Αντιπροέδρου, Γεν. Γραμματέα ή Ταμία δεν επιτρέπεται να συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο. Η θητεία του Διοικητικού Συμβουλίου δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από 3 χρόνια. (άρθρο 9παρ.1,εδαφ.β ν.1264).
Οι αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου που αντίκεινται στο νόμο ή στο καταστατικό είναι ακυρώσιμες ή απόλυτα άκυρες, όπως ακριβώς και οι αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου δεν είναι νόμιμοι αντιπρόσωποί της αλλά καταστατικά όργανα της συνδικαλιστικής οργάνωσης που εκφράζουν τη βούλησή της.
 
Η εσωτερική σχέση μεταξύ συνδικαλιστικής οργάνωσης και Διοικητικού Συμβουλίου διέπεται από τις διατάξεις του καταστατικού. Το Διοικητικό συμβούλιο υπόκειται σε έλεγχο της Γενικής Συνέλευσης που είναι το ανώτατο όργανο της συνδικαλιστικής οργάνωσης και έχει την εξουσία να ορίζει και να παύει το Διοικητικό συμβούλιο.

Αν η συνδικαλιστική οργάνωση δεν έχει τα αναγκαία για τη διοίκησή της πρόσωπα ή αν τα συμφέροντα των προσώπων αυτών συγκρούονται με τα συμφέροντα της συνδικαλιστικής οργάνωσης, τότε το Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της συνδικαλιστικής οργάνωσης, διορίζει προσωρινή διοίκηση. Δεν υπάρχει αντίθετα έλλειψη διοίκησης , όταν οι θέσεις των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου που έχουν παραιτηθεί, παυτεί, εκπέσει, καλύπτονται από αναπληρωματικά μέλη, αυτό όμως πρέπει να προβλέπεται από το καταστατικό. Η προσωρινή διοίκηση διορίζεται από το δικαστήριο και έχει περιορισμένη εξουσία και για περιορισμένο χρονικό διάστημα, π.χ. δεν έχει εξουσία να αποφασίσει , την πραγματοποίηση ή την κήρυξη της απεργίας, ή την σύναψη συλλογικής σύμβασης.
 
ΕΛΕΓΚΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Σε κάθε συνδικαλιστική οργάνωση εκλέγεται απ' τις εκλογές, με μυστική ψηφοφορία η ελεγκτική επιτροπή (άρθρ. 8 παρ.3 εδ. β ν.1264). Το καταστατικό της συνδικαλιστικής οργάνωσης πρέπει να καθορίζει πέρα από τα στοιχεία του άρθρου 80 Α.Κ. τον αριθμό των μελών καθώς και τον τρόπο συγκροτήσεως και λειτουργίας της ελεγκτικής επιτροπής. Η διάρκεια της θητείας της ελεγκτικής επιτροπής ταυτίζεται με τη διάρκεια της θητείας του Διοικητικού Συμβουλίου. Επομένως δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από 3 χρόνια. Η κατά το νόμο αρμοδιότητα της ελεγκτικής επιτροπής συνίσταται στην παρακολούθηση και στον έλεγχο του Διοικητικού Συμβουλίου ως προς την οικονομική διαχείριση της συνδικαλιστικής οργάνωσης. Η ελεγκτική επιτροπή υποβάλλει έκθεση στη Γεν. Συνέλευση για την οικονομική διαχείριση του Διοικητικού Συμβουλίου, η οποία συζητείται συνήθως με τον απολογισμό του Διοικητικού Συμβουλίου.
 
ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΙ

Αν η πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση συμμετέχει σε υπερκείμενη δευτεροβάθμια οργάνωση π.χ. ομοσπονδία, εκλέγει αντιπροσώπους με τους οποίους εκπροσωπείται στη δευτεροβάθμια οργάνωση. Οι αντιπρόσωποι όλων των πρωτοβάθμιων οργανώσεων που συμμετέχουν στη δευτεροβάθμια συγκροτούν τη Γενική Συνέλευση της δευτεροβάθμιας οργάνωσης (Συνέδριο των αντιπροσώπων). Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των αντιπροσώπων απέναντι στην υπερκείμενη οργάνωση ρυθμίζονται απ' το καταστατικό της, από τον νόμο και από τις διατάξεις του Α.Κ. για τα σωματεία (άρθρο 78) που εφαρμόζονται ανάλογα στις δευτεροβάθμιες και τριτοβάθμιες οργανώσεις. Το καταστατικό της υπερκείμενης οργάνωσης καθορίζει το μέτρο, με το οποίο υπολογίζεται ο αριθμός των αντιπροσώπων . Το μέτρο πρέπει να είναι ενιαίο για όλες τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, ώστε να διασφαλίζεται ίση εκπροσώπηση όλων των οργανώσεων στην υπερκείμενη οργάνωση.
 
Ο αριθμός των αντιπροσώπων βρίσκεται με τη διαίρεση του αριθμού των μελών που ψήφισαν για την ανάδειξη των αντιπροσώπων στην πρωτοβάθμια οργάνωση δια του μέτρου που καθορίζει το καταστατικό της υπερκείμενης οργάνωσης. Αν από τη διαίρεση προκύπτει κλάσμα μεγαλύτερο από το μισό του αριθμού που αποτελεί το μέτρο, τότε προστίθεται ένας ακόμη αντιπρόσωπος. Αν αντίθετα προκύπτει κλάσμα μικρότερο από το μισό του μέτρου, τότε δεν αντιπροσωπεύεται στην οργάνωση.

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΕΣ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ

ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΕΣ

Οι Ομοσπονδίες είναι ενώσεις δύο τουλάχιστον σωματείων του ίδιου ή συναφών κλάδων οικονομικής δραστηριότητας ή του ίδιου ή συναφών επαγγελμάτων, δηλαδή, οι Ομοσπονδίες περιλαμβάνουν συνδυαστικά στις τάξεις τους:
 α) Σωματεία εργαζομένων που είναι οργανωμένα με βάση την εκμετάλλευση ή επιχείρηση, όπου εργάζεται ο μισθωτός (σωματεία επιχειρησιακά)
β) Σωματεία εργαζομένων οργανωμένα με τον κλάδο οικονομικής δραστηριότητας στον οποίο ανήκει ο μισθωτός (σωματεία κλαδικά,)
γ) Σωματεία εργαζομένων οργανωμένα με βάση το επάγγελμα που ασκεί ο μισθωτός ανεξάρτητα από την εκμετάλλευση ή επιχείρηση όπου εργάζεται (σωματεία ομοιοεπαγγελματικά)
Οι Ομοσπονδίες ιδρύονται από δύο τουλάχιστον Σωματεία εργαζομένων και έχουν νομική προσωπικότητα. Για την ίδρυση τους ακολουθείται η ίδια διαδικασία που ακολουθείται και για τα Σωματεία εργαζομένων και ισχύουν οι ίδιες διατάξεις που εφαρμόζονται γι΄ αυτά.
Οι Ομοσπονδίες εφ' όσον είναι αντιπροσωπευτικές (άρθρο 1.ν.δ.186/1969), συνάπτουν ομοιοεπαγγελματικές ή ειδικές συλλογικές συμβάσεις (άρθρο 7 παρ.1β,γ,δ,3,4,5, ν.3229/1955).
Η εκλογή των οργάνων διοίκησης της Ομοσπονδίας γίνεται μέσα από την Γενική Συνέλευση ή το Συνέδριο των αντιπροσώπων των πρωτοβάθμιων σωματείων.

ΕΡΓΑΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ

Τα Εργατικά Κέντρα είναι δευτεροβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις τοπικού χαρακτήρα αλλά διεπαγγελματικές. Ιδρύονται για μια συγκεκριμένη πόλη, τοπική περιφέρεια ή περιοχή από δύο τουλάχιστον Σωματεία εργαζομένων και τοπικά παραρτήματα που έχουν την έδρα τους μέσα στην τοπική περιφέρεια του Εργατικού Κέντρου. Σημασία για την ένταξη του Εργατικού σωματείου σε ένα Εργατικό Κέντρο έχει ο τόπος που βρίσκεται η έδρα του σωματείου και όχι ο τόπος που εργάζονται τα μέλη του.
Κατά το άρθρο 1 παρ.3β του ν.1264/1982 "τα Εργατικά Κέντρα είναι ενώσεις δύο τουλάχιστον σωματείων και τοπικών παραρτημάτων". Από τη διατύπωση αυτή του νόμου προκύπτει ότι στην ίδρυση του Εργατικού Κέντρου πρέπει να συμμετέχουν οπωσδήποτε δύο τουλάχιστον Σωματεία εργαζομένων και δεν είναι δυνατή η ίδρυση Εργατικού Κέντρου από δύο τοπικά παραρτήματα και ένα Εργατικό σωματείο.
Για την ίδρυση τους ακολουθείται η ίδια διαδικασία που ακολουθείται και για τα Σωματεία εργαζομένων και ισχύουν οι ίδιες διατάξεις που εφαρμόζονται γι΄ αυτά.
Τα Εργατικά Κέντρα δεν μπορούν να συνάπτουν συλλογικές συμβάσεις, γιατί το δίκαιο που ισχύει σήμερα (ο ν.3239/1955) δεν προβλέπει το είδος των τοπικών γενικών διεπαγγελματικών συλλογικών συμβάσεων, που θα μπορούσαν να συνάψουν τα Εργατικά Κέντρα.
Η εκλογή των οργάνων διοίκησης της Ομοσπονδίας γίνεται μέσα από την Γενική Συνέλευση ή το Συνέδριο των αντιπροσώπων των πρωτοβάθμιων σωματείων.

Γενική Συνέλευση ή Συνέδριο Αντιπροσώπων
Κυρίαρχο σώμα της Ομοσπονδίας και του Εργατικού Κέντρου είναι η Γενική Συνέλευση ή το Συνέδριο των αντιπροσώπων το οποίο γίνεται κάθε τρία χρόνια το αργότερο, από το οποίο εκλέγονται τα μέλη Διοίκησης, η Εξελεγκτική ή Ελεγκτική Επιτροπή, το Γενικό Συμβούλιο και οι αντιπρόσωποι για το συνέδριο της Συνομοσπονδίας.
Αν η πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση συμμετέχει σε υπερκείμενη δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση (Εργατικό Κέντρο, Ομοσπονδία) εκλέγει αντιπροσώπους με τους οποίους εκπροσωπείται στη δευτεροβάθμια οργάνωση.
Οι αντιπρόσωποι όλων των πρωτοβάθμιων οργανώσεων που συμμετέχουν στη δευτεροβάθμια οργάνωση συγκροτούν τη Γενική Συνέλευση της δευτεροβάθμιας οργάνωσης ή το Συνέδριο των Αντιπροσώπων όπως συνηθίζεται να ονομάζεται, που είναι και το ανώτατο όργανο της δευτεροβάθμιας οργάνωσης. Για την εκλογή των αντιπροσώπων εφαρμόζεται το σύστημα της απλής αναλογικής (άρθρ.12 παρ.1 ν.1264) καθώς και οι υπόλοιπες εκλογικές διατάξεις του ν.1264 (άρθρο 10).  
Το αξίωμα του αντιπροσώπου δεν είναι ασυμβίβαστο με το αξίωμα του μέλους του διοικητικού συμβουλίου της πρωτοβάθμιας οργάνωσης, εκτός αν κάτι τέτοιο προβλέπει το καταστατικό. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των αντιπροσώπων απέναντι στην οργάνωση που αντιπροσωπεύουν ρυθμίζονται από το καταστατικό της οργάνωσης αυτής και από το νόμο..

Τριτοβάθμιες Συνδικαλιστικές Οργανώσεις
Οι Συνομοσπονδίες είναι κατά το νόμο ενώσεις ομοσπονδιών και εργατικών κέντρων. Ιδρύονται από δύο τουλάχιστον δευτεροβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις, δηλ. από δύο ή περισσότερες ομοσπονδίες, δύο ή περισσότερα εργατικά κέντρα, από μία ομοσπονδία και ένα εργατικό κέντρο κλπ. Ιδρύονται επίσης κατά τον ίδιο τρόπο όπως και οι ομοσπονδίες και έχουν νομική προσωπικότητα.
Οι Συνομοσπονδίες που έχουν αντιπροσωπευτικό χαρακτήρα (άρθρ.1 ν.δ. 186/1969), συνάπτουν εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις.
Και για τις Συνομοσπονδίες ισχύουν οι ίδιες διατάξεις που ισχύουν για τις ομοσπονδίες και τα σωματεία εργαζομένων, εκτός αν ο νόμος περιέχει ειδική ρύθμιση ή η συγκεκριμένη διάταξη δεν συμβιβάζεται με το χαρακτήρα της Συνομοσπονδίας ως ενώσεως σωματείων.

Συνέδριο
Στη χώρα μας η ανώτατη κεντρική συνδικαλιστική οργάνωση των εργατών υπαλλήλων είναι η ΓΣΕΕ. Κυρίαρχό της σώμα είναι το Πανελλαδικό Συνέδριο το οποίο γίνεται κάθε τρία χρόνια και συγκαλείται με απόφαση της Διοίκησης που ορίζει και τον τρόπο που θα πραγματοποιηθεί.
Οι δευτεροβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις συμμετέχουν και εκπροσωπούνται στην τριτοβάθμια εκλέγοντας αντιπροσώπους. Οι αντιπρόσωποι όλων των δευτεροβάθμιων οργανώσεων που συμμετέχουν στην τριτοβάθμια συγκροτούν την Γενική Συνέλευση ή Συνέδριο της τριτοβάθμιας.
Ο αριθμός των αντιπροσώπων που αποστέλλει κάθε δευτεροβάθμια οργάνωση στην τριτοβάθμια υπολογίζεται με διαίρεση του αριθμού των μελών των πρωτοβάθμιων οργανώσεων που ψήφισαν για την ανάδειξη των αντιπροσώπων στη δευτεροβάθμια οργάνωση δια του μέτρου που καθορίζει το καταστατικό της τριτοβάθμιας οργάνωσης. Στην παραπάνω διαίρεση δεν υπολογίζονται τα μέλη των πρωτοβάθμιων εκείνων οργανώσεων που σύμφωνα με το άρθρο10 παρ.2 β ν.1264 δεν επέλεξαν τη δευτεροβάθμια αυτή οργάνωση για να αντιπροσωπευθούν στην τριτοβάθμια.

Νόμος για τις Συνδικαλιστικές Οργανώσεις 1264/1982

Αίτηση εγγραφής μέλους

Υπόδειγμα αίτησης αναγνώρισης προς δικαστήριο

Υπόδειγμα πρακτικού ίδρυσης

 

<

Αλφαβητικό Ευρετήριο Εργασιακών Σχέσεων

Επιλέξτε το αντίστοιχο γράμμα από το θέμα που σας ενδιαφέρει (π.χ. Άδεια στο γράμμα Α, Επιδόματα στο Ε κτλ.).