Α. Συνέπειες στη σύμβαση εργασίας:

Η ασθένεια του μισθωτού αποτελεί κώλυμα που δικαιολογεί καταρχήν την απουσία του από την εργασία του χωρίς συνέπειες. Επομένως, η σύμβαση εργασίας να συνεχίζεται, ενώ παράλληλα ο μισθός και τα ημερομίσθια καταβάλλονται με ορισμένες προϋποθέσεις.

Υποχρέωση γνωστοποίησης: Κάθε εργαζόμενος που κωλύεται λόγω ασθένειας να προσέλθει στην εργασία του, υποχρεούται να ειδοποιήσει τον εργοδότη του για την αδυναμία του να εργαστεί. Για την απόδειξη της ασθένειας, ο εργαζόμενος πρέπει να προσκομίσει στον εργοδότη βεβαίωση ιατρού του οικείου ασφαλιστικού φορέα (π.χ. ΕΦΚΑ).
 
Βραχείας διάρκειας Ασθένεια
 
Η απουσία του εργαζόμενου από την εργασία του λόγω ασθένειας βραχείας διάρκειας δεν θεωρείται ως λύση της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργαζόμενου (άρθρο 5 του Ν. 2112/1920). Ο εργαζόμενος δικαιούται να απουσιάσει από την εργασία του, χωρίς να διατρέχει τον κίνδυνο να θεωρηθεί ότι έχει καταγγείλει σιωπηρώς τη σύμβαση εργασίας, δηλαδή ότι αποχώρησε οικειοθελώς, όταν η απουσία του οφείλεται σε ασθένεια μικρής διάρκειας (ή προκειμένου για γυναίκα σε λοχεία). Επομένως, ο εργοδότης υποχρεούται να δεχθεί τον εργαζόμενο στην εργασία μετά την επάνοδο του τελευταίου από την ασθένεια.
 
Την προστασία αυτή δικαιούται κάθε μισθωτός που συνδέεται με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ανεξάρτητα με το χρονικό διάστημα που διήρκεσε η εργασία του στον εργοδότη πριν από την απουσία του. Σημειώνεται ότι η υπαιτιότητα του μισθωτού στην ασθένειά του δεν ερευνάται. Επομένως, δεν έχει σημασία αν η ασθένεια οφείλεται στην εργασία ή σε άλλη αιτία.
 
Ως "βραχεία διάρκειας" ασθένεια, βάσει του Ν.4558/30,θεωρείται αυτή που διαρκεί, πάντα στον ίδιο εργοδότη από:
  • Ένα μήνα για όσους υπηρετούν μέχρι 4 χρόνια
  • Τρεις μήνες για όσους υπηρετούν από 4 μέχρι 10 χρόνια
  • Τέσσερις μήνες για όσους υπηρετούν από 10 μέχρι 15 χρόνια
  • Έξι μήνες για όσους υπηρετούν από 15 χρόνια και πάνω
 
Τα χρονικά όρια της ασθένειας αρχίζουν από την ημέρα που ο εργαζόμενος απουσίασε λόγω της ασθένειάς του και λήγουν την αντίστοιχη ημέρα του μηνός, 3 μηνών κλπ. Επισημαίνεται ότι σε αυτά συνυπολογίζονται οι Κυριακές, εορτές και λοιπές μη εργάσιμες ημέρες.
 
 
Ασθένεια μεγαλύτερης διάρκειας δεν θεωρείται παραίτηση
 
Μακράς διάρκειας χαρακτηρίζεται η ασθένεια που η διάρκειά της υπερβαίνει τα όρια της βραχείας ασθένειας. Η απουσία του εργαζόμενου λόγω ασθένειας, πέρα από τα όρια της βραχείας, δεν θεωρείται αυτοδικαίως λύση της σύμβασης εργασίας δια παραιτήσεως του εργαζόμενου, καθώς για να κριθεί κάτι τέτοιο πρέπει να αποδειχθεί παράλληλα βούληση, θέληση του εργαζόμενου να παραιτηθεί. Το ίδιο συμβαίνει και με τις περιπτώσεις αποχής που οφείλεται σε άλλους λόγους. Η εξέταση των λόγων αποχής και της πρόθεσης ή μη του εργαζόμενου σε παραίτηση είναι κύρια στοιχεία για να διαπιστωθεί αν τέτοιες περιπτώσεις αποτελούν παραίτηση ή όχι.
 
Τα θέματα αυτά έχουν μεγάλη πρακτική σημασία για τους εργαζομένους. Αν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί τις υπηρεσίες τους μετά τη λήξη της ασθενείας ή των λόγων της μετά τη λήξη της αποχής, θεωρώντας ότι έχουν αποχωρήσει οικειοθελώς, μπορούν να διεκδικήσουν, όπως και στην άκυρη απόλυση, είτε μισθούς υπερημερίας και διατήρηση της θέσης εργασίας, είτε την αποζημίωση απολύσεως.
 
Απόλυση κατά τη διάρκεια της ασθένειας
 
Δεν απαγορεύεται η καταγγελία της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη κατά τη διάρκεια της ασθένειας του εργαζόμενου, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά από ειδικές διατάξεις ή από ατομική σύμβαση εργασίας, αρκεί να τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις και να καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση ή να μη γίνεται αυτή κατά κατάχρηση δικαιώματος (ΑΚ 281).

 

<

Αλφαβητικό Ευρετήριο Εργασιακών Σχέσεων

Επιλέξτε το αντίστοιχο γράμμα από το θέμα που σας ενδιαφέρει (π.χ. Άδεια στο γράμμα Α, Επιδόματα στο Ε κτλ.).