Β. Δικαίωμα των μισθωτών να λάβουν τις αποδοχές τους

Για τις αποδοχές που δικαιούται ο εργαζόμενος κατά την διάρκεια της δικαιολογημένης απουσίας του λόγω ασθενείας, ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 657 και 658 του Αστικού Κώδικα. Σύμφωνα με αυτές, ο εργαζόμενος που απουσιάζει από την εργασία του λόγω ασθένειας και εφόσον έχει απασχοληθεί τουλάχιστον επί 10 ημέρες δικαιούται μισθό ως εξής:

(α) για το 1ο εργασιακό έτος οφείλεται μισθός έως μισού μηνός
(β) για τα επόμενα έτη οφείλεται μισθός έως ενός μηνός.
Από τις αποδοχές αυτές αφαιρούνται οι παροχές που έχει λάβει ο εργαζόμενος από τον οικείο ασφαλιστικό του φορέα.
Τις παραπάνω μισθολογικές αξιώσεις τις δικαιούται ο εργαζόμενος κάθε εργασιακό έτος (δηλαδή εκείνο που αρχίζει από την ημερομηνία πρόσληψής του) και όχι κάθε ημερολογιακό έτος.
 
Δικαίωμα λήψεως ετήσιας αδείας και επιδόματος αδείας: Σύμφωνα με ρητή διάταξη νόμου τα χρονικά διαστήματα που οι εργαζόμενοι απουσίασαν από την εργασία τους λόγω βραχείας ασθένειας, θεωρούνται ως χρόνος πραγματικής απασχόλησης και παράλληλα δεν συμψηφίζονται με τις ημέρες της κανονικής ετήσιας αδείας τους. Έτσι, ο εργαζόμενος που ασθένησε πριν να λάβει την άδειά του και απουσίασε από την εργασία δικαιούται να λάβει ολόκληρη την άδειά του. Αν όμως η ασθένεια υπερβεί τα χρονικά όρια της βραχείας ασθένειας τουλάχιστον επί τόσες ημέρες, όσες είναι οι ημέρες της άδειας που δικαιούται ο εργαζόμενος, δεν θα λάβει άδεια για το ημερολογιακό έτος που εκδηλώθηκε η ασθένεια. Αντίθετα, αν οι ημέρες της υπέρβασης είναι λιγότερες από τις ημέρες της κανονικής άδειας, τότε δύναται να λάβει χώρα συμψηφισμός. Εννοείται ότι συμψηφίζονται μόνο οι ημέρες της άδειας, όχι όμως και οι αποδοχές της άδειας και του επιδόματος αδείας (Εγκύκλιοι Υπουργείου Εργασίας 3016/1994, 1443/1995, 2309/1996).
 
Σχετικά έχει κριθεί από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (ΑΠ 27/2004 και 7/2019) ότι το δικαίωμα προς λήψη των αποδοχών αδείας είναι ανεξάρτητο από το δικαίωμα του μισθωτού να λάβει αυτούσια την άδεια αναψυχής και επομένως ο μισθωτός δικαιούται αποδοχές αδείας και όταν ακόμα δεν έχει δικαίωμα προς λήψη αδείας. Η αποχή, συνεπώς, του μισθωτού από την εργασία του για διάστημα που υπερβαίνει τα χρονικά όρια της «βραχείας ασθενείας» του άρθρου 3 του Ν.4558/1930 και το οποίο διάστημα θεωρείται, εξ αντιδιαστολής προς το άρθρο 2 παρ.6 του ΑΝ.539/1945, ως χρόνος αδικαιολόγητης απουσίας συμψηφιζόμενος προς τις ημέρες της οφειλομένης αδείας, δεν του στερεί το δικαίωμα να απαιτήσει τις προεκτεθείσες αποδοχές.
 
Συνεπώς, σε ότι αφορά την άδεια οι μισθωτοί που ασθένησαν:
α) αλλά δεν υπερέβησαν τα όρια της βραχείας διάρκειας ασθένειας μέσα σε ένα έτος, δικαιούνται να λάβουν την ετήσια κανονική άδεια και το επίδομα αδείας κανονικά.
β) και υπερέβησαν τα όρια βραχείας ασθένειας π.χ. κατά 15 ημέρες (ημερολογιακές), θα πάρουν αυτούσιο το υπόλοιπο αδείας σε εργάσιμες ημέρες που απομένει, αν από τις δικαιούμενες ημέρες αδείας αφαιρεθούν οι εργάσιμες ημέρες που περιλαμβάνονται στο 15νθήμερο διάστημα που υπερέβησαν τα όρια βραχείας ασθένειας (συμψηφισμός). Θα πάρουν όμως τις αποδοχές αδείας όλες καθώς και το επίδομα αδείας.
γ) και υπερέβησαν τα όρια βραχείας ασθένειας επί χρόνο τόσο όσο και η δικαιούμενη άδεια, δεν δικαιούνται για το έτος που ασθένησαν να πάρουν αυτούσια την ετήσια κανονική άδεια. Θα πάρουν όμως τις αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας γιατί είναι αξιώσεις διαφορετικές και δεν μπορεί να προταθούν σε συμψηφισμό.

 

<

Αλφαβητικό Ευρετήριο Εργασιακών Σχέσεων

Επιλέξτε το αντίστοιχο γράμμα από το θέμα που σας ενδιαφέρει (π.χ. Άδεια στο γράμμα Α, Επιδόματα στο Ε κτλ.).