Άδεια στη μερική απασχόληση και την εκ περιτροπής εργασία:

Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 του Α.Ν. 539/1945, σε περίπτωση διαλείπουσας εργασίας ή εκ περιτροπής εργασίας, ο μισθωτός δικαιούται κάθε ημερολογιακό έτος άδεια με αποδοχές, ίση με το 1/12 της άδειας που προβλέπεται απ’ αυτό το νόμο ή άλλη ειδικότερη διάταξη για κάθε μήνα απασχόλησης από την πρόσληψή του, αν η άδεια χορηγείται για πρώτη φορά, ή από τη λήψη της άδειας του προηγούμενου έτους, μέχρι την ημέρα έναρξης της άδειας. Ως μήνας λογίζονται 25 ημέρες απασχόλησης. Αν προκύπτει κλάσμα χρόνου άδειας, που υπερβαίνει τη μισή ημέρα, το κλάσμα στρογγυλοποιείται σε ολόκληρη ημέρα. Ως ημέρες άδειας για τους εν λόγω μισθωτούς νοούνται οι εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και όχι οι ημέρες κατά τις οποίες αυτοί δεν απασχολούνται.
 
Οι μερικώς απασχολούμεναι μισθωτοί έχουν δικαίωμα ετήσιας άδειας με αποδοχές και επίδομα αδείας, με βάση τις αποδοχές που θα ελάμβαναν, εάν εργάζονταν κατά το χρόνο της αδείας τους, για τη διάρκεια της οποίας εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του  άρθρου 2 του α.ν. 539/1945, όπως ισχύει.

<

Αλφαβητικό Ευρετήριο Εργασιακών Σχέσεων

Επιλέξτε το αντίστοιχο γράμμα από το θέμα που σας ενδιαφέρει (π.χ. Άδεια στο γράμμα Α, Επιδόματα στο Ε κτλ.).