Ειδικές Κατηγορίες Ασφαλισμένων

Με ειδικές διατάξεις και με τις προϋποθέσεις που οι διατάξεις αυτές προβλέπουν, έχουν ασφαλισθεί στο Ι.Κ.Α. ορισμένες κατηγορίες προσώπων, των οποίων η σχέση ή η φύση εργασίας έχει διάφορες ιδιαιτερότητες. Ενδεικτικώς, αναφέρονται κατωτέρω τέτοιες ειδικές κατηγορίες ασφαλισμένων, που απαντώνται συχνά στις εργασιακές σχέσεις:
 
Α. Απασχολούμενοι με σύμβαση έργου
 
Υπάγονται στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ (για τους κλάδους ασθένειας και σύνταξης μόνο), τα πρόσωπα που παρέχουν κατά κύριο έργο ή επάγγελμα την προσωπική τους εργασία με σύμβαση μίσθωσης έργου, υπό την προϋπόθεση ότι η εργασία τους αυτή παρέχεται με συνθήκες εργασίας παρόμοιες με τις συνθήκες της εξαρτημένης εργασίας από άποψη τόπου, τρόπου και χρόνου απασχόλησης.
Το ποσοστό ασφαλίστρου ανέρχεται σε ποσοστό 34,06% από το οποίο 21,56% βαρύνει τον εργοδότη και 12,50% τον ασφαλισμένο. Για όσους υπάγονται στην επικουρική ασφάλιση του ΕΤΕΑΕΠ προστίθεται ποσοστό ασφαλίστρου 7%, το οποίο βαρύνει εξ ημισείας εργοδότη και ασφαλισμένο.
 
 
Β. Αμειβόμενοι με δελτίο παροχής υπηρεσιών (μπλοκάκι)
 
Με τις διατάξεις του Ν. 4387/2016, όπως αυτός τροποποιήθηκε από τον Ν. 4670/2020, έχει ρυθμιστεί η ασφάλιση των προσώπων που αμείβονται με δελτίο παροχής υπηρεσιών (μπλοκάκι) και το εισόδημά τους προέρχεται από την απασχόλησή τους σε ένα ή και δύο πρόσωπα.
 
Πρόσωπα που εντάσσονται στη ρύθμιση: Σύμφωνα με το άρθρο 39 του Ν. 4387/2016, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 35 του Ν. 4670/2020, όσοι έχουν ιδιότητα ή ασκούν δραστηριότητα βάσει της οποίας υπάγονταν ή θα υπάγονταν στην ασφάλιση του τέως Ο.Α.Ε.Ε., Ε.Τ.Α.Α. και ΕΤΑΠ-ΜΜΕ και έχουν εισόδημα προερχόμενο από την απασχόλησή τους σε έως δύο φυσικά ή νομικά πρόσωπα, εφαρμόζονται αναλογικά ως προς το ύψος, τον τρόπο υπολογισμού και τον υπόχρεο καταβολής της εισφοράς, οι διατάξεις του άρθρου 38 του ίδιου ως άνω νόμου, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 34 του Ν. 4670/2020..
 
Βάση υπολογισμού εισφορών – ανώτατο κατώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών: Στους ως άνω ασφαλισμένους έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 38 του Ν. 4387/2016, όπως ισχύει, σε ό,τι αφορά τη βάση υπολογισμού των εισφορών και το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών για τον υπολογισμό των ασφαλιστικών εισφορών τους. Συγκεκριμένα, το συνολικό ποσοστό εισφοράς κύριας σύνταξης ασφαλισμένου μισθωτού και εργοδότη ορίζεται σε 20% επί των πάσης φύσεως αποδοχών των εργαζομένων με εξαίρεση τις κοινωνικού χαρακτήρα έκτακτες παροχές λόγω γάμου, γεννήσεως τέκνων, θανάτου και βαριάς αναπηρίας. Το ανωτέρω ποσοστό κατανέμεται κατά 6,67% σε βάρος των ασφαλισμένων και κατά 13,33% σε βάρος των εργοδοτών. Το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών για τον υπολογισμό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς των μισθωτών και των εργοδοτών ορίζεται στο ποσό των έξι χιλιάδων πεντακοσίων ευρώ, αναπροσαρμοζόμενο από 1.1.2023 έως 31.12.2024 κατ` έτος με διαπιστωτική πράξη του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, κατά το ποσοστό μεταβολής του μέσου ετήσιου γενικού δείκτη τιμών καταναλωτή του προηγούμενου έτους. Σε περίπτωση αρνητικής τιμής του ως άνω ποσοστού, το ποσόν των ασφαλιστέων αποδοχών παραμένει στα επίπεδα του προηγουμένου έτους. Από 1.1.2025 και εφεξής το ανώτατο όριο των ασφαλιστέων αποδοχών προσαυξάνεται κατ` έτος κατά τον δείκτη μεταβολής μισθών σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 4 του άρθρου 8.
 
Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 41 του Ν. 4387/2016, από την 1.1.2017, η ασφαλιστική εισφορά υπέρ υγειονομικής περίθαλψης των μισθωτών και των λοιπών κατηγοριών που υπάγονται στον ΕΟΠΥΥ, των οποίων οι ασφαλιστικές εισφορές κλάδου σύνταξης υπολογίζονται κατά τα προβλεπόμενα του παρόντος νόμου, ορίζεται σε ποσοστό 7,10% επί των πάσης φύσεως αποδοχών και κατανέμεται κατά ποσοστό 6,45% για παροχές σε είδος, εκ του οποίου 2,15% βαρύνει τον ασφαλισμένο και 4,30% βαρύνει τον εργοδότη, και ποσοστό 0,65% για παροχές σε χρήμα, εκ του οποίου 0,40% βαρύνει τον ασφαλισμένο και 0,25% βαρύνει τον εργοδότη.
 
Γ. Εργαζόμενοι σε οικοδομικές και τεχνικές εργασίες:

Η ιδιομορφία του επαγγέλματος των οικοδόμων λόγω της συχνής αλλαγής εργοδότη και τόπου εργασίας, επέβαλε την ειδική αντιμετώπιση της ασφάλισής τους. Διευκρινίζεται ότι οι ειδικές αυτές διατάξεις εφαρμόζονται αποκλειστικά και μόνο στα πρόσωπα που απασχολούνται στις οικοδομικές και τεχνικές εργασίες.
Επισημαίνεται ότι λογίζονται:
(α) ως οικοδομικές εργασίες: Η ανέγερση, συμπλήρωση, μεταρρύθμιση, επισκευή ή κατεδάφιση κάθε φύσης κτισμάτων για κατοικίες, αποθήκες, αίθουσες συγκέντρωσης κλπ. Κατασκευή περιτοιχισμάτων, εκβραχισμοί, επιχωματώσεις οικοπέδων, ανόρυξη φρέατος ή βόθρου, ανέγερση παραπήγματος κλπ.
(β) ως τεχνικά έργα:
Η κατασκευή, συντήρηση οδών, γεφυρών, σιδηροδρομικών γραμμών, λιμένων αεροδρομίων, υδραυλικών, ηλεκτρικών ή μηχανολογικών εγκαταστάσεων, καθώς και εγκαταστάσεων μηχανών και λοιπών εξαρτημάτων βιομηχανικών και λοιπών επιχειρήσεων.
 
Δεν λογίζονται ως οικοδομικές εργασίεςοι ξυλουργικές, σιδηρουργικές, υδραυλικές, διακοσμητικές, ηλεκτρολογικές, μαρμαρικές και μηχανολογικές εργασίες.
 
Ασφάλιση και υπολογισμός εισφορών
 
Το σύστημα ασφάλισης των εργαζομένων στα παραπάνω επαγγέλματα είναι σημαντικά διαφοροποιημένο απ' αυτό που εφαρμόζεται για τους υπόλοιπους μισθωτούς. Η ασφάλιση των εν λόγω εργαζομένων διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 35-51 του ΣΤ Κεφαλαίου Κανονισμού Ασφάλισης του Ι.Κ.Α. στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 21 παρ. 6 του Ν. 1902/1990, δυνάμει του οποίου άλλαξε το σύστημα υπολογισμού των καταβλητέων εισφορών στα οικοδομικά έργα. Έτσι οι εισφορές υπολογίζονται στην εργατική δαπάνη που αντιστοιχεί στα ελάχιστα όρια του απαιτούμενου υποχρεωτικά αριθμού ημερών εργασίας, όπως αυτές ορίζονται με ειδικούς πίνακες συντελεστών, ανάλογα με την κατηγορία του έργου (ιδιωτικά ή δημόσια έργα), το είδος και την επιφάνεια του κτιρίου.
 
Ποιος θεωρείται εργοδότης για τους οικοδόμους
 
Εργοδότης θεωρείται ο κύριος της οικοδομής ή του έργου, στον οποίο εργάζονται, ακόμα και αν υπάρχει εργολάβος ή υπεργολάβος, με τον οποίο συνδέονται με σχέση εργασίας. Στην περίπτωση αυτή ο εργολάβος ή υπεργολάβος καθίσταται συνυπεύθυνος με τον κύριο, απέναντι του Ι.Κ.Α. για ορισμένες μόνον υποχρεώσεις (σύνταξη και κατάθεση καταστάσεων απασχόλησης κλπ).

Τρόπος καταβολής εισφορών
 
Οι απασχολούμενοι στις οικοδομοτεχνικές εργασίες σε όλη τη χώρα ασφαλίζονται μέσω μηχανογραφικού συστήματος. Οι προϋπολογισθείσες εισφορές δεν ρυθμίζονται πλέον σε δόσεις αλλά καταβάλλονται τοις μετρητοίς στις Υπηρεσίες του Ι.Κ.Α., ανάλογα με την εξέλιξη των εργασιών. Οι ημέρες εργασίας που υπολογίζονται στην ασφάλιση, καταχωρούνται στο μηχανογραφικό αρχείο και αντί ασφαλιστικών βιβλιαρίων (ενσήμων) χρησιμοποιούνται εντολές ασφάλισης.
Οι εντολές ασφάλισης είναι μηχανογραφημένα μπλοκ με διπλότυπες αποδείξεις που συμπληρώνονται από τον κύριο του έργου. Το ένα απόκομμα υποβάλλεται στο αρμόδιο Υποκατάστημα του Ι.Κ.Α. μέσα σε 10 ημέρες από τη λήξη του μήνα απασχόλησης και το άλλο μένει στον ασφαλισμένο οικοδόμο. Η Μηχανογραφική Υπηρεσία του Ι.Κ.Α. γνωστοποιεί ανά 4 μήνες στον ασφαλισμένο τα στοιχεία που αφορούν τον αριθμό ημερών ασφάλισής του, όπως συγκεντρώθηκαν αυτά με βάση τις εντολές ασφάλισης που κατατέθηκαν.

Δ.
Οικιακοί Βοηθοί – Κατ’ οίκον – περιστασιακά απασχολούμενοι
 
Στην κατηγορία αυτή ανήκουν τα πρόσωπα που εργάζονται στην κατοικία του εργοδότη, δηλαδή οικιακοί βοηθοί, κηπουροί, φύλακες, μάγειρες, καμαριέρες, baby sitters κλπ, καθώς περιστασιακά απασχολούμενοι εργαζόμενοι, όπως νοσοκόμοι, παραδουλεύτρες, παιδαγωγοί που παραδίδουν ιδιαίτερα μαθήματα, αισθητικοί, κομμωτές.
 
Με τις διατάξεις του άρθρου 74 του N. 4144/2013, ρυθμίστηκαν τα θέματα αμοιβής και ασφάλισης τού κατ’ οίκον του εργοδότη απασχολούμενου προσωπικού που παρέχει εξαρτημένη εργασία ή υπηρεσίες, με τη διαδικασία έκδοσης και εξαργύρωσης της ειδικής επιταγής «Eργόσημο». Σχετική πληροφόρηση παρέχει και η αριθμ. 43 Eγκύκλιος του IKA–ETAM, με αριθμ. πρωτ. A21/449/ 63/11-7-2013 και AΔA: BΛ4Y4691ΩΓ-ZXT (LINK).
 
Έναρξη και λήξη ασφάλισης
 
Η ασφάλιση των προσώπων αυτών είναι μεν υποχρεωτική, αλλά αρχίζει μόνο από την ημέρα που ο ΕΦΚΑ πληροφορείται την απασχόληση τους είτε μετά από δήλωση του εργοδότη, είτε του εργαζομένου. Επομένως, για τα πρόσωπα αυτά δεν αναγνωρίζεται σε καμία περίπτωση χρόνος ασφάλισης αναδρομικά, δηλαδή για διάστημα πριν το χρόνο αναγγελίας.
Αντίστοιχα, η ασφάλιση λήγει μόνο αφότου αναγγείλει ο εργοδότης στον ΕΦΚΑ τη διακοπή της απασχόλησης ή από την ημέρα που θα λάβει γνώση αυτής ο ΕΦΚΑ. Σε περίπτωση μη αναγγελίας της διακοπής, ο εργοδότης έχει υποχρέωση να καταβάλλει εισφορές και για τον μετέπειτα χρόνο καθ' όσον θεωρείται ότι συνεχίζεται η ασφαλιστική σχέση.

Ε.
Μαθητευόμενοι
 
Σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση κατά την οποία ο εργοδότης αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον μαθητευόμενο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή τέχνης. Στην πράξη σήμερα, υπό τις ισχύουσες διατάξεις και πρακτικές, επικρατεί εκείνος o τύπος σύμβασης μαθητείας, κατά τον οποίο η εκμάθηση της τέχνης ή του επαγγέλματος επέρχεται αυτομάτως κατά την παροχή της εργασίας και τη λειτουργία της σύμβασης. Εξάλλου, όταν κάποιος εκπαιδεύεται σε εκμετάλλευση και ταυτόχρονα παρέχει σ᾽ αυτήν εξαρτημένη εργασία υπό συνθήκες αντικειμενικά απρόσφορες για τη λειτουργία συμβάσεως μαθητείας, η δημιουργούμενη μεταξύ αυτού και του φορέως της εκμετάλλευσης έννομης σχέση αποτελεί σχέση εργασίας, έστω και αν χαρακτηρίζεται από τους συμβαλλομένους ως σύμβαση μαθητείας. Επομένως, η ασφάλιση των εν λόγω εργαζομένων θα πρέπει να γίνει σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις,
 
Ως προς την πρακτική άσκηση σπουδαστών Τ.Ε.Ι./Α.Ε.Ι. και Ι.Ε.Κ. προβλέπονται οι εξής διακρίσεις:
(α) Πρακτική άσκηση σπουδαστών Τ.Ε.Ι.: Πραγματοποιείται σε φορείς του Δημοσίου ή ιδιωτικού τομέα, που δραστηριοποιούνται σε αντικείμενα συναφή με τον επιστημονικό προσανατολισμό του τμήματος σπουδών κάθε ενδιαφερόμενου φοιτητή. Διαρκεί έξι μήνες κατά τους οποίους οι φοιτητές εντάσσονται πλήρως στις συνθήκες εργασίας του φορέα απασχόλησης με πολλαπλά αμοιβαία οφέλη. Ο ΟΑΕΔ επιχορηγεί τις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα, καταβάλλοντας ποσοστό 50% επί της καταβαλλόμενης κάθε φορά αποζημίωσης που δικαιούται ο φοιτητής, η οποία ανέρχεται σε ποσοστό 80% επί του εκάστοτε ισχύοντος κατωτάτου νόμιμου ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη. Οι άνω σπουδαστές υπάγονται στην υποχρεωτική ασφάλιση του ΕΦΚΑ μόνο για τον κίνδυνο ατυχήματος, που ανέρχεται σε ποσοστό 1% επί του τεκμαρτού ημερομισθίου της 12ης ασφαλιστικής κλάσης, όπως ισχύει κάθε φορά. Σε περίπτωση όμως που τα πρόσωπα αυτά κατά το χρονικό διάστημα της πρακτικής άσκησής τους δεν καλύπτονται από παροχές ασθενείας σε είδος (δηλαδή για ιατρική περίθαλψη) από το Δημόσιο ή άλλο ασφαλιστικό οργανισμό, άμεσα ή έμμεσα, υπάγονται και για τον κλάδο αυτό (παροχών ασθένειας σε είδος) στην υποχρεωτική ασφάλιση του ΕΦΚΑ (εισφορά 6,45%). Για την πρακτική άσκηση της εν λόγω κατηγορίας σπουδαστών δεν απαιτείται η υποβολή του Εντύπου Ε3.4 «Αναγγελία Έναρξης/Μεταβολών Σύμβασης Μαθητείας» στο πληροφοριακό σύστημα ΕΡΓΑΝΗ, διότι η σχετική υποχρέωση προβλέπεται μόνο για τις περιπτώσεις μαθητευόμενων από ΙΕΚ, ΣΕΚ και ΕΠΑΛ.
 
(β) Πρακτική άσκηση σπουδαστών ΙΕΚ, ΣΕΚ, ΕΠΑΛ: Προβλέπονται οι ακόλουθες περιπτώσεις (υπ αριθμ. Κ1/118932/2017 Κ.Υ.Α.):
  • Η μαθητεία στο ΙΕΚ αποτελείται από δύο τμήματα: α) Πρόγραμμα Μαθητείας  στο  Ι.Ε.Κ. και β) Πρόγραμμα Μαθητείας στο χώρο εργασίας. Η συνολική διάρκεια του προγράμματος είναι 960 ώρες και επιμερίζεται σε 192 ώρες κατάρτισης στο Ι.Ε.Κ. και 768 ώρες  μαθητείας στο χώρο εργασίας.
  • Η μαθητεία στο ΙΕΚ αποτελείται από δύο τμήματα: α) Το εργαστηριακό μάθημα «Ενισχυτική Εργαστηριακή Εκπαίδευση της Μαθητείας» επτά συνολικά ωρών και β) «Πρόγραμμα Εκπαίδευσης στο χώρο εργασίας-Μαθητεία σε εργασιακό χώρο», 28 ωρών εβδομαδιαίως, επιμερισμένο σε 5 ημέρες για ένα σχολικό έτος.
  • Κατά τη διάρκεια του προγράμματος σε Ε.Π.Α.Λ. πραγματοποιούνται: α) το «Πρόγραμμα Εργαστηριακών μαθημάτων της ειδικότητας», διάρκειας 203 συνολικά ωρών και β) «Πρόγραμμα Εκπαίδευσης στο χώρο εργασίας», διάρκειας 28 ωρών εβδομαδιαίως, επιμερισμένο σε 4 ημέρες για 9 ημερολογιακούς μήνες.
Οι μαθητευόμενοι των ανωτέρω προγραμμάτων υπάγονται στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ ως μισθωτοί για όλη τη διάρκεια των άνω προγραμμάτων εκπαίδευσης στο χώρο εργασίας. Κάθε εργοδότης που απασχολεί μαθητευόμενους υποχρεούται να υποβάλλει ηλεκτρονικά στο πληροφοριακό σύστημα ΕΡΓΑΝΗ, το Έντυπο Ε3.4 «Αναγγελία Έναρξης/Μεταβολών Σύμβασης Μαθητείας», με επισυναπτόμενη την σύμβαση μαθητείας, καθώς και όσα έγγραφα αποδεικνύουν τη νόμιμη πρόσβαση του εργαζομένου στην αγορά εργασίας. Αν πρόκειται για αλλοδαπούς εργαζομένους, είναι υποχρεωτική η προσκόμιση της άδειας διαμονής τους στην Ελλάδα. Η υποβολή των ανωτέρω θα πρέπει να γίνεται υποχρεωτικά πριν από τη έναρξη της μαθητείας. Σε περίπτωση διακοπής ή λήξης της σύμβασης εργασίας, ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να αναγγείλει την εξέλιξη αυτή, εντός 8 εργάσιμων ημερών από το γεγονός, συμπληρώνοντας το Έντυπο Ε3.4.
 
Επίσης, ο εργοδότης βαρύνεται με το σύνολο των ασφαλιστικών εισφορών για κύρια και επικουρική σύνταξη, υγειονομική περίθαλψη, επαγγελματικό κίνδυνο καθώς και για βαρέα-ανθυγιεινά, όπου προβλέπεται. Οι μαθητές  του συστήματος αυτού  για την παροχή εργασίας στο χώρο εργασίας  λαμβάνουν αποζημίωση  ίση με το 75%  του νομοθετημένου κατώτατου ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη του Ν. 4093/2012, όπως ισχύει σήμερα  και μέρος της αμοιβής του επιδοτείται από το Υπουργείο Παιδείας και η διαφορά της καταβάλλεται από τον εργοδότη που δέχεται τον μαθητή να πραγματοποιήσει τις σπουδές του στην επιχείρησή του. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 52 του νέου νόμου 4611/2019, από 1.7.2019 οι αποζημιώσεις και οι ασφαλιστικές εισφορές των μαθητευόμενων, σπουδαστών και φοιτητών που πραγματοποιούν πρακτική άσκηση ή μαθητεία σε επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα, όπου προβλέπονται, κατατίθενται από τις επιχειρήσεις μέσω λογαριασμού πληρωμών και μεταφέρονται αντιστοίχως και αποδίδονται από τον οικείο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών στους λογαριασμούς των ανωτέρω δικαιούχων και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης..
ΣΤ. ΡΑΠΤΕΡΓΑΤΕΣ – ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΦΑΣΟΝ-ΤΗΛΕΡΓΑΣΙΑ
 
Στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ, του ΟΑΕΔ, της Εργατικής Εστίας, της Εργατικής Κατοικίας, καθώς και στην επικουρική ασφάλιση του ΕΤΕΑΕΠ, εφόσον δεν ασφαλίζονται σε άλλο επικουρικό ταμείο, υπάγονται υποχρεωτικά και αυτοδίκαια τα πρόσωπα που απασχολούνται στους χώρους παραγωγής και συσκευασίας προϊόντων ή παροχής υπηρεσιών, σε μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, αμείβονται με το κομμάτι (φασόν) και εργάζονται στο σπίτι τους ή σε εργαστήρια εκτός χώρου λειτουργίας της επιχείρησης του εργοδότη, ακόμη κι αν χρησιμοποιούν δικά τους εργαλεία.
Τέτοιες περιπτώσεις είναι οι ραπτεργάτες, καθώς και άλλες ειδικότητες στη διαδικασία παραγωγής - συσκευασίας προϊόντων, οι μεταφραστές, δακτυλογράφοι, ερευνητές αγοράς, απασχολούμενοι με στατιστικές μελέτες, εφόσον αμείβονται για την εργασία τους με το κομμάτι.
Εργοδότης είναι η επιχείρηση για λογαριασμό της οποίας παρέχουν, οι εργαζόμενοι φασόν, εργασία ή υπηρεσίες.

Πώς υπολογίζονται οι εισφορές
 
Το συνολικό ποσό ασφαλίστρου ανέρχεται σε 34,06% από το οποίο 21,56% βαρύνει τον εργοδότη και 12,50% τον ασφαλισμένο. Για όσους υπάγονται στην επικουρική ασφάλιση του ΕΤΕΑΕΠ προστίθεται ποσοστό ασφαλίστρου 7% ισομερώς κατανεμημένο μεταξύ εργοδότη και ασφαλισμένου.
Οι εισφορές για κάθε μήνα απασχόλησης υπολογίζονται με βάση τη συνολική αμοιβή του μήνα (χωρίς Φ.Π.Α.) όπως αυτή αναφέρεται στα δελτία παροχής υπηρεσιών ή τιμολόγια που εκδίδει ο εργαζόμενος ανά μήνα, αφού αφαιρεθεί ποσοστό 30% και μέχρι το ανώτατο όριο του ασφαλιστέου μισθού (πλαφόν), όπως ισχύει κάθε φορά.
Ο αριθμός των ημερών ασφάλισης είναι το πηλίκο της παραπάνω υπολογιζόμενης εργατικής αμοιβής δια του τεκμαρτού ημερομισθίου της 9ης ασφαλιστικής κλάσης όπως αυτή ισχύει κάθε φορά. Όμως οι ημέρες εργασίας δεν μπορεί να είναι περισσότερες από 300 το χρόνο.
 
Ζ. ΠΛΑΣΙΕ – ΠΑΡΑΓΩΓΟΙ ΠΩΛΗΣΕΩΝ
 
Με ρητή διάταξη του Ν. 1880/1990 προβλέπεται ότι στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ, ΟΑΕΔ, Εργατικής Εστίας, Εργατικής Κατοικίας, ΕΤΕΑΕΠ υπάγονται οι παραγωγοί πωλήσεων (πλασιέ), ανεξάρτητα εάν συνδέονται με τον εργοδότη τους με σχέση εξαρτημένης εργασίας ή παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, εφόσον εξυπηρετούν αποκλειστικά μία επιχείρηση και απασχολούνται μέσα ή έξω από αυτή, αυτοπροσώπως με τη διάθεση των προϊόντων της.
Η ασφάλιση χωρεί ανεξάρτητα από τον τρόπο αμοιβής (ποσοστά ή μισθό, ή μισθό και ποσοστά, την τυχόν έκδοση τιμολογίων ή παροχής υπηρεσιών) και τον τρόπο φορολόγησής της.
Από την ως άνω κατηγορία διακρίνονται οι εμπορικοί αντιπρόσωποι, οι οποίοι είναι ανεξάρτητοι επαγγελματίες έναντι των εμπόρων για λογαριασμό των οποίων εργάζονται.Ως εκ τούτου δεν υπάρχει στην προκειμένη περίπτωση, σχέση εξαρτημένης εργασίας και επομένως τα πρόσωπα δεν ασφαλίζονται για μισθωτές υπηρεσίες στον ΕΦΚΑ.
 
Η. ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΙ
 
Η ασφάλιση των εργαζόμενων συνταξιούχων καλύπτεται από το άρθρο 63 παρ. 3 του Ν. 2676/1999, το οποίο προβλέπει ότι οι απασχολούμενοι συνταξιούχοι ασφαλίζονται όπως και όλοι οι υπόλοιποι μισθωτοί στους οικείους ασφαλιστικούς οργανισμούς για όλους τους κλάδους ασφάλισης.
Ειδικότερα για την υποχρέωση ασφάλισης στον ΕΦΚΑ, διακρίνουμε τις εξής περιπτώσεις:
 
1. Συνταξιούχοι δημοσίου, νπδδ και λοιπών ασφαλιστικών ταμείων:
 
Υπάγονται υποχρεωτικά στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ, εφόσον έχουν εξαρτημένη εργασία έναντι αμοιβής και κατά κύριο επάγγελμα και ασφαλίζονται στον ΕΦΚΑ για τους κλάδους ασθένειας και σύνταξης. Επισημαίνεται ότι για τη συγκεκριμένη κατηγορία απασχολούμενων συνταξιούχων προβλεπόταν η αρχή της επιλογής ασφαλιστικού φορέα, σύμφωνα με την οποία οι ασφαλισμένοι υπάγονταν υποχρεωτικά σε ένα μόνο φορέα κύριας ασφάλισης, ένα φορέα επικουρικής ασφάλισης και ένα φορέα ασφάλισης ασθένειας. Το ως άνω καθεστώς καταργήθηκε από 1.01.2017, με το άρθρο 36 παρ. 7 του Ν. 4387/2016, οπότε και συντρέχουν πλέον οι διατάξεις της παράλληλης ασφάλισης.
 
2. Συνταξιούχοι ΕΦΚΑ:
 
Οι συνταξιούχοι λόγω γήρατος ή αναπηρίας οι οποίοι απασχολούνται σε εργασία που ασφαλίζεται στον ΕΦΚΑ, ασφαλίζονται υποχρεωτικά για όλους τους κλάδους που καλύπτονται από αυτόν, δηλαδή σύνταξης και ασθένειας.
Αντίθετα, για συνταξιούχους λόγω θανάτου, η ασφάλισή τους κρίνεται σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις που ισχύουν για τους υπόλοιπους μισθωτούς.
 

Θ. ΠΑΡΑΛΛΗΛΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ

Τα θέματα που αφορούν την παράλληλη ασφάλιση σε δύο ή περισσότερους φορείς ασφάλισης που έχουν ενταχθεί στον ΕΦΚΑ ή το Δημόσιο και η καταβολή των αντίστοιχων ασφαλιστικών εισφορών για κάθε επαγγελματική δραστηριότητα, επαναρρυθμίστηκαν με τα άρθρα 17 και 36 του Ν. 4387/2016, όπως αυτός τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του Ν. 4670/2020.

Συγκεκριμένα, με το άρθρο 17 του Ν. 4387/2016 προβλέπονται τα εξής: Ασφαλισμένοι, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην ασφάλιση, για τους οποίους προκύπτει βάσει γενικών, ειδικών ή καταστατικών διατάξεων, όπως ίσχυαν έως την έναρξη ισχύος του νόμου (4387/2016), υποχρεωτική ασφάλιση σε δύο ή περισσότερους φορείς ή τομείς ασφάλισης που εντάσσονται στον Ε.Φ.Κ.Α., καταβάλλουν για κάθε αναληφθείσα επαγγελματική δραστηριότητα τις προβλεπόμενες ασφαλιστικές εισφορές. Στην περίπτωση αυτή για τη δεύτερη αναληφθείσα επαγγελματική δραστηριότητα δεν εφαρμόζεται η υποχρέωση καταβολής ελάχιστης μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς του άρθρου 39 παράγραφος 3 του Ν. 4387/2016.

Για τους ασφαλισμένους προ του έτους 1993 (παλαιοί ασφαλισμένοι), για τους οποίους υπολογίζονταν και καταβάλλονταν εισφορές σε δύο ή περισσότερους φορείς, τομείς, κλάδους ή λογαριασμούς έως την έναρξη ισχύος του παρόντος, προβλέπεται ότι αυτοί εξακολουθούν να καταβάλλουν προαιρετικά, κατόπιν υποβολής σχετικής αίτησης, διπλές εισφορές επί των αποδοχών τους και μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 4387/2016, ώστε να συμπληρώσουν το χρόνο που απαιτείται για τη θεμελίωση δικαιώματος και δεύτερης σύνταξης ή τη συνέχιση της ασφάλισης. Στην περίπτωση αυτή καταβάλλουν το συνολικό ποσοστό εισφοράς εργοδότη και εργαζομένου ή την εισφορά των άρθρων 39 ή 40 του Ν. 4387/2016.

 
Περαιτέρω, με το άρθρο 36 του άνω νόμου προβλέπονται τα εξής σε περίπτωση παράλληλης απασχόλησης: Οι ασφαλισμένοι του Ε.Φ.Κ.Α. οι οποίοι ασκούν παράλληλα δύο ή περισσότερες επαγγελματικές δραστηριότητες, μισθωτού ή αυτοτελώς απασχολούμενου ή ελεύθερου επαγγελματία ή ασφαλισμένου στον πρώην ΟΓΑ, καταβάλλουν για κάθε ασκούμενη επαγγελματική δραστηριότητα τις ασφαλιστικές εισφορές που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου. Ειδικότερα :
 α) Σε περιπτώσεις μισθωτών που πραγματοποιούν παράλληλα περισσότερες της μίας μισθωτές απασχολήσεις σε διαφορετικούς εργοδότες, καταβάλλονται για κάθε μισθωτή απασχόληση οι εισφορές για κύρια σύνταξη που προβλέπονται στο άρθρο 38 και έως του ανωτάτου ορίου ασφαλιστέων αποδοχών της παραγράφου 2 του άρθρου 38, όπως ισχύει. Ως προς την εργοδοτική εισφορά το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών εφαρμόζεται χωριστά για κάθε εργοδότη. Στις περιπτώσεις αυτές, για όσους υποχρεούνται σε καταβολή εισφοράς επικουρικής ασφάλισης ή εφάπαξ παροχής, καταβάλλονται αντίστοιχα για κάθε μισθωτή απασχόληση οι εισφορές που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 97 ή οι εισφορές μισθωτών του άρθρου 35 του Ν. 4387/2016, σύμφωνα με τις ειδικότερες προβλέψεις και κατά τα ποσοστά που προβλέπονται στα άρθρα αυτά.
 
β) Για τους μισθωτούς που παράλληλα αυτοαπασχολούνται ή ασκούν ελεύθερο επάγγελμα ή επάγγελμα υπαγόμενο στην ασφάλιση του πρώην ΟΓΑ καταβάλλεται για τις εισφορές της κύριας σύνταξης υποχρεωτικά η ασφαλιστική εισφορά του άρθρου 38, ως μηναία εισφορά μισθωτού και εργοδότη και κατά τα ποσοστά που προβλέπονται στο άρθρο αυτό. Για τους μισθωτούς που παράλληλα αυτοαπασχολούνται ή ασκούν ελεύθερο επάγγελμα ή επάγγελμα υπαγόμενο στην ασφάλιση του πρώην ΟΓΑ, καταβάλλεται για τις εισφορές της υγειονομικής περίθαλψης υποχρεωτικά η ασφαλιστική εισφορά της παραγράφου 1 του άρθρου 41, ως μηναία εισφορά μισθωτού και εργοδότη και κατά τα ποσοστά που προβλέπονται στο άρθρο αυτό.
Η ανωτέρω συνολική μηνιαία εισφορά μισθωτού και εργοδότη για κύρια σύνταξη και υγειονομική περίθαλψη δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσού της εισφοράς της δεύτερης ασφαλιστικής κατηγορίας που προβλέπεται στα άρθρα 39 παρ.1 και 41 παρ. 2 για τους μισθωτούς που παράλληλα αυτοαπασχολούνται ή ασκούν ελεύθερο επάγγελμα ή αυτής που προβλέπεται στα άρθρα 40 παρ. 1 και 41 παρ. 6 για τους ασφαλισμένους του πρώην ΟΓΑ. Εάν οι εισφορές υπολείπονται της δεύτερης ασφαλιστικής κλάσης, τότε ο ασφαλισμένος καταβάλλει τη διαφορά.
Για τον υπολογισμό της ανωτέρω εισφοράς κύριας σύνταξης του άρθρου 38 και υγειονομικής περίθαλψης του άρθρου 41, υπολογίζονται οι συνολικές μηνιαίες εισφορές μισθωτού και εργοδότη, στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνονται οι εισφορές μισθωτού και εργοδότη επί των δώρων και του επιδόματος αδείας των μισθωτών.
 
Για τους μισθωτούς που παράλληλα αυτοαπασχολούνται ή ασκούν ελεύθερο επάγγελμα ή επάγγελμα υπαγόμενο στην ασφάλιση του πρώην ΟΓΑ και υποχρεούνται σε καταβολή εισφοράς επικουρικής ασφάλισης καταβάλλεται για τις εισφορές της επικουρικής ασφάλισης υποχρεωτικά η ασφαλιστική εισφορά της παραγράφου 1 του άρθρου 97, ως μηναία εισφορά μισθωτού και εργοδότη και κατά τα ποσοστά που προβλέπονται στο άρθρο αυτό. Η εισφορά αυτή δεν είναι δυνατόν να υπολείπεται του ποσού της εισφοράς της πρώτης ασφαλιστικής κατηγορίας της παραγράφου 3 του άρθρου 97. Σε περίπτωση που υπολείπεται, καταβάλλεται η διαφορά από τον ασφαλισμένο.
Σε περίπτωση μισθωτών που παράλληλα αυτοαπασχολούνται ή ασκούν ελεύθερο επάγγελμα ή επάγγελμα υπαγόμενο στην ασφάλιση του πρώην ΟΓΑ καταβάλλονται υπέρ ΟΑΕΔ μόνο οι προβλεπόμενες για τους μισθωτούς εισφορές. Εάν δεν προβλέπεται η καταβολή εισφοράς υπέρ ΟΑΕΔ για τη μισθωτή εργασία ή την έμμισθη εντολή, καταβάλλεται η εισφορά υπέρ ΟΑΕΔ του ελεύθερου επαγγελματία και υπέρ του Λογαριασμού Αγροτικής Εστίας (ΛΑΕ) για τους ασφαλισμένους του πρώην ΟΓΑ.
 
Σε περίπτωση παράλληλης ασφάλισης για υγειονομική περίθαλψη αφενός σε εντασσόμενο στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέα, τομέα, κλάδο ή λογαριασμό και αφετέρου σε μη εντασσόμενο στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέα, τομέα, κλάδο ή λογαριασμό, ο ασφαλισμένος διατηρεί το δικαίωμα να επιλέξει κατόπιν αιτήσεώς του, την ασφάλισή του για υγειονομική περίθαλψη στον φορέα εκτός Ε.Φ.Κ.Α. καταβάλλοντας την προβλεπόμενη εισφορά του φορέα που επιλέγει.

<

Αλφαβητικό Ευρετήριο Εργασιακών Σχέσεων

Επιλέξτε το αντίστοιχο γράμμα από το θέμα που σας ενδιαφέρει (π.χ. Άδεια στο γράμμα Α, Επιδόματα στο Ε κτλ.).